Οικονομία

Δημογραφικός εφιάλτης: Tα όρια συνταξιοδότησης ανεβαίνουν και η Ελλάδα γερνά χωρίς αντίδοτο

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρές δημογραφικές προκλήσεις που θέτουν υπό πίεση το ασφαλιστικό σύστημα και επηρεάζουν άμεσα τα όρια συνταξιοδότησης.

Η σχέση εργαζομένων προς συνταξιούχους μειώνεται συνεχώς, ενώ το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, δημιουργώντας την ανάγκη για σταδιακές προσαρμογές. Η γήρανση του πληθυσμού σε συνδυασμό με τον χαμηλό δείκτη γεννήσεων καθιστούν αναπόφευκτη τη σταδιακή αναπροσαρμογή των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης στα επόμενα χρόνια. Παρά τη δημόσια δέσμευση ότι τα όρια θα παραμείνουν σταθερά μέχρι το τέλος του 2027, τα πρώτα σενάρια για την επόμενη δεκαετία προβλέπουν αυξήσεις τόσο στο γενικό όριο των 67 ετών όσο και στο όριο των 62 ετών με 40 έτη ασφάλισης, σύμφωνα με τη νομοθεσία που προβλέπει επανεξέταση κάθε τρία χρόνια βάσει δημογραφικών δεικτών.

Η προοπτική αυτή εγείρει ερωτήματα σχετικά με την ισορροπία μεταξύ βιωσιμότητας του συστήματος και κοινωνικής δικαιοσύνης. Η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους έχει ήδη μειωθεί σε 1,6 προς 1 και εκτιμάται ότι θα φτάσει στο 1,25 προς 1 την επόμενη δεκαετία, σημαντικά χαμηλότερη από την αναλογία 4:1 που θεωρείται διεθνώς ως επιθυμητή για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού. Η κατάσταση αυτή υποδηλώνει ότι οι αυξήσεις στα όρια ηλικίας δεν είναι απλώς θέμα νομοθετικής προσαρμογής, αλλά άμεσης δημοσιονομικής και κοινωνικής προτεραιότητας.

Η Αναλογιστική Αρχή εκπονεί μελέτες κάθε τρία χρόνια για να καθορίσει τις κατάλληλες προσαρμογές, λαμβάνοντας υπόψη το προσδόκιμο ζωής και άλλους δημογραφικούς δείκτες. Η πρόταση για σταδιακές αυξήσεις περίπου 3–4 μηνών ανά έτος στοχεύει στην αποφυγή ξαφνικών επιβαρύνσεων για τους ασφαλισμένους, ωστόσο η εφαρμογή της απαιτεί συνεχείς παρακολουθήσεις και επανεκτιμήσεις.

Στην τελευταία αναλογιστική έκθεση της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, που αντικατοπτρίζεται και στην αντίστοιχη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επισημαίνεται ότι οι δημογραφικές εξελίξεις είναι δυσοίωνες: η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, η χαμηλή γονιμότητα και η γήρανση του πληθυσμού οδηγούν αναπόφευκτα σε ανάγκη προσαρμογής των ορίων συνταξιοδότησης. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι το γενικό όριο ηλικίας μπορεί να φτάσει τα 68,5 έτη έως το 2030 και τα 72,5 έτη έως το 2070, ενώ το όριο των 62 ετών με 40 έτη ασφάλισης ενδέχεται να αυξηθεί στα 63,5 έτη μέχρι το 2030.

Τρεις δημογραφικοί δείκτες θα καθορίσουν την πορεία των αλλαγών: ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων, ο δείκτης γήρανσης και ο δείκτης γονιμότητας, που παραμένει χαμηλά, στο 1,5 παιδί ανά γυναίκα. Το προσδόκιμο ζωής αποτελεί κρίσιμο παράγοντα, καθώς η προβλεπόμενη αύξηση κατά 1,5 έτος έως το 2030 ενεργοποιεί τον μηχανισμό προσαρμογής που προβλέπει ο νόμος Κατρούγκαλου (Ν. 4387/2016).

Η πρόκληση για τη χώρα δεν περιορίζεται στα μαθηματικά του συστήματος, αλλά επεκτείνεται στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Η ανάγκη για σταδιακή και καλά μελετημένη εφαρμογή των αυξήσεων είναι καθοριστική, ώστε οι επόμενες γενιές να μην επιβαρυνθούν υπερβολικά. Παράλληλα, η προσαρμογή των ορίων πρέπει να συνοδευτεί από πολιτικές που ενισχύουν τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας και τη γονιμότητα, προκειμένου να μην εξαντληθεί η κοινωνική αντοχή.

Σε κάθε περίπτωση, οι αλλαγές που προγραμματίζονται προετοιμάζουν το έδαφος για ένα ασφαλιστικό σύστημα πιο ανθεκτικό στις δημογραφικές πιέσεις, χωρίς να δημιουργείται ξαφνική επιβάρυνση στους σημερινούς ασφαλισμένους. Η Ελλάδα καλείται να ισορροπήσει μεταξύ οικονομικής βιωσιμότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, σε μια δεκαετία που θα απαιτήσει συντονισμένες πολιτικές, ακριβείς εκτιμήσεις και συνεχή παρακολούθηση των δημογραφικών εξελίξεων.

Διαβάστε επίσης:

Πιστοποιητικό καλοπληρωτή για ενοικιαστές: Διαφάνεια ή νέο εργαλείο πίεσης στην αγορά στέγης;

Κάτω από τις προσδοκίες η κίνηση στην αγορά κατά τις θερινές εκπτώσεις – Οι καταναλωτές προτίμησαν τις διακοπές

ΑΑΔΕ: Αναδρομική διακοπή εργασιών για επιχειρήσεις – Τι αλλάζει με τη νέα εγκύκλιο

Πηγή: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ | topontiki.gr

Back to top button