Πολιτική

Τρίπτυχος… πονοκέφαλος για τον Μητσοτάκη

Από το 2019 μέχρι σήμερα, είναι ίσως η πρώτη φορά που άπαντες στην κυβέρνηση θεωρούν την παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη ΔΕΘ ως ένα από τα πλέον κρίσιμα ορόσημα της κυβερνητικής θητείας.

Η πρωθυπουργική άνοδος στη συμπρωτεύουσα πάντα έχει βαρύνουσα σημασία: ουσιαστικά δι’ αυτού του τρόπου εγκαινιάζεται κάθε χρόνο η… επανέναρξη της πολιτικής περιόδου, ενώ και η περιγραφή της σχεδιαζόμενης οικονομικής πολιτικής είναι μείζονος σημασίας, καθώς επηρεάζει τους πάντες – και ως σχεδιασμός, αλλά και ως αποτέλεσμα. Ωστόσο, φέτος τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά:

Πρώτον, είναι η πρώτη φορά μέσα σε έξι χρόνια που η κυβέρνηση είναι εμφανώς στριμωγμένη – και αυτό είναι κάτι που παραδέχονται οι πάντες εντός της Νέας Δημοκρατίας.

Δεύτερον, τα «ζόρια» για την κυβέρνηση έχουν μεγάλη διάρκεια: ουσιαστικά, από το τέλος του 2024 μέχρι και σήμερα, Μαξίμου και Πειραιώς έχουν αναγκαστεί να παίζουν μόνο άμυνα, είτε για την τραγωδία των Τεμπών, είτε για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, είτε για τη συνεχιζόμενη και διαρκώς αυξανόμενη ακρίβεια.

Τρίτον, με την αντιπολίτευση ακόμα να κινείται σε «ρηχά νερά» και να μην μπορεί να πείσει ότι αποτελεί εναλλακτική λύση, όλο το βάρος της ευθύνης – για τα πάντα, όλα, που έλεγε και ο αείμνηστος Νίκος Αλέφαντος – πέφτει στην κυβέρνηση, η οποία, μάλιστα, πλέον στερεύει και από δικαιολογίες.

Τέταρτον, συνέπεια των δύο παραπάνω, η κυβέρνηση και προσωπικά ο Μητσοτάκης καλούνται από το βήμα του Βελλίδειου Συνεδριακού Κέντρου να στείλουν το μήνυμα ότι… έχουν λάβει το μήνυμα της κοινωνίας και, μάλιστα, με έργα και όχι με λόγια: «εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν» που έλεγαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι.

Το δύσκολο πλαίσιο

Στο πλαίσιο αυτό, ο πρωθυπουργός καλείται μέσα σε δύο ημέρες:

Να παρουσιάσει ένα «πακέτο» μέτρων που θα απαντά στο αίτημα της κοινωνίας για πραγματική ελάφρυνση από τα βάρη που η ακρίβεια και ο πληθωρισμός έχουν ρίξει στην πλάτη της.

Να στείλει το μήνυμα ότι η κυβέρνηση, παρά τα μεγάλα προβλήματα, αστοχίες και λάθη του προηγούμενου διαστήματος παραμένει αποτελεσματική, με σχέδιο και με όραμα για τη χώρα.

Να δείξει ότι η επιδιωκόμενη «επανεκκίνηση» της κυβέρνησης δεν είναι απλώς ένα ρητορικό σχήμα, αλλά μια πολιτική πραγματικότητα, η οποία έχει νόημα και παράγει απτά και συγκεκριμένα αποτελέσματα.

Κι όλα αυτά σε ένα δύσκολο εσωτερικό και διεθνές περιβάλλον, που θυμίζει διαρκώς «κινούμενη άμμο» και που σχεδόν σε καθημερινή βάση γεννά νέα προβλήματα και προκλήσεις. Και, επιπροσθέτως, με την κυβέρνηση να μην διαθέτει πλέον τον «wow factor» που της έδωσε κατά την πρώτη θητεία της την απόλυτη κυριαρχία στο πολιτικό σκηνικό και μια καθαρή νίκη στις εθνικές εκλογές του 2023.

Αντιθέτως, πλέον η Ν.Δ. μοιάζει «κουρασμένη», άνευρη και – κυρίως – νευρική μπροστά στις όποιες αναποδιές ή την κριτική της αντιπολίτευσης.

Αν και πιο πάνω περιγράφηκαν οι στόχοι που θέτει ο πρωθυπουργός ανεβαίνοντας στη Θεσσαλονίκη, αν κάποιος ήθελε να συμπυκνώσει τα μεγάλα ζητήματα, στα οποία ο Μητσοτάκης θα πρέπει να δώσει απαντήσεις από το βήμα της ΔΕΘ, στην πραγματικότητα μπορεί να επικεντρωθεί σε τρία μεγάλα αγκάθια που ταλανίζουν την κυβέρνηση και που θα πρέπει να… κοπούν αν η Νέα Δημοκρατία θέλει να έχει ελπίδες για την τρίτη συνεχόμενη κυβερνητική θητεία.

Κοινωνική δυσαρέσκεια

Ήτανε στραβό το κλίμα, το έφαγε και ο… ΟΠΕΚΕΠΕ: κάπως έτσι περιγράφουν κομματικά στελέχη την κατάσταση που επικρατεί στην κοινωνία, μετά τις αποκαλύψεις για το σκάνδαλο των παρανόμων επιδοτήσεων, σκάνδαλο που μέχρι στιγμής έχει σχεδόν αποκλειστικά… γαλάζιο χρώμα και που προκαλεί σημαντική φθορά στην κυβέρνηση.

Για τα στελέχη αυτά το μείζον πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι τα χρήματα των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, αντί να ενισχύουν τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας της χώρας, πήγαιναν σε τσέπες διαφόρων επιτήδειων, αλλά, κυρίως το ότι – ακριβώς επειδή το σκάνδαλο παραμένει «γαλάζιο» – στερεί από τη Νέα Δημοκρατία το όποιο ηθικό πλεονέκτημα.

Βέβαια, στην κυβέρνηση ελπίζουν ότι οι εργασίες της Εξεταστικής Επιτροπής για το θέμα θα «βάλουν στο πλάνο» με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ωστόσο, λένε οι εν λόγω πηγές, ο πρωθυπουργός θα πρέπει από το βήμα της ΔΕΘ να ξεκαθαρίσει με τρόπο που δεν θα επιδέχεται αμφισβήτησης ότι οι δηλώσεις περί «μηδενικής ανοχής» στους εμπλεκόμενους δεν είναι «αδειανό πουκάμισο», αλλά δέσμευση που θα υλοποιηθεί, όποιον κι αν αφορά.

Και, βέβαια, πάντα υπάρχει η ανησυχία ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα αποφασίσει να ασχοληθεί και με άλλα ζητήματα που αφορούν σε πιθανή κακοδιαχείριση ευρωπαϊκών χρημάτων από την Ελλάδα, ανοίγοντας νέες «πληγές» και φέρνοντας την κυβέρνηση σε ακόμα πιο δύσκολη θέση από αυτήν που ήδη βρίσκεται.

Ακρίβεια – κόστος ζωής

Ο δεύτερος μεγάλος «πονοκέφαλος» αφορά στις δεσμεύσεις της κυβέρνησης για ένα πακέτο μέτρων που θα αυξάνει πραγματικά το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και ιδίως της μεσαίας τάξης, καθώς ο κόσμος έχει κυριολεκτικά «λαλήσει» από το διαρκώς αυξανόμενο κόστος ζωής και πλέον – λένε κάποιοι στην κυβέρνηση – το «καπάκι» της δυσαρέσκειας δεν θέλει και πολύ για να «σκάσει».

Για την ώρα, όπως έχει ξαναγράψει το «Ποντίκι», το ύψος των μέτρων έχει προσδιοριστεί στα 1,5 δισ. ευρώ, με τις πληροφορίες να αναφέρουν ότι το οικονομικό επιτελείο εξαντλεί κάθε δημοσιονομικό περιθώριο, ώστε το τελικό ποσό να αυξηθεί (ακόμα και ώς τα 2 δισ.) και η περίμετρος των μέτρων να διευρυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο.

Ωστόσο, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, λένε κυβερνητικές πηγές, εκτός από την εξαγγελία των μέτρων, θα πρέπει να περιγράφεται και το αποτέλεσμά τους: με απλά λόγια, αν π.χ. υπάρχει μέτρο σχετικά με τον φόρο εισοδήματος (μια νέα φορολογική βαθμίδα για τα εισοδήματα από 10.000 ώς 20.000 ευρώ, όπως φημολογείται), θα πρέπει να εξηγείται πόσο θα ελαφρύνει όσους ωφεληθούν από αυτό.

«Το να εξαγγέλλεται ένα μέτρο και λίγες ώρες μετά η αντιπολίτευση να λέει ότι αντιστοιχεί σε μερικά ευρώ τον μήνα, μοιάζει με δώρο άδωρο», τονίζουν οι πηγές αυτές, υπογραμμίζοντας ότι «ο κόσμος θα πρέπει να ξέρει σε τι αντιστοιχεί, πόσο θα “βαρύνει” το πορτοφόλι του. Ειδάλλως θα υπάρξει θέμα και η δυσαρέσκεια θα αυξηθεί». Παράλληλα, επισημαίνεται πως θα πρέπει να σταλεί το μήνυμα στην αγορά ότι η υπομονή εξαντλείται και ότι οι διαρκείς αυξήσεις σε προϊόντα καθημερινής ανάγκης δεν θα γίνουν ανεκτές.

Ο γρίφος της αντιπολίτευσης

Σε τρίτο – πιο… hardcore πολιτικό – επίπεδο, η ρευστότητα που επικρατεί στον χώρο της αντιπολίτευσης, κάτι που μέχρι σήμερα θεωρείτο ως… ατού της κυβέρνησης, πλέον μπορεί να μετατραπεί σε μείζον πρόβλημα. Η πρόθεση του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα να επιστρέψει στην κεντρική πολιτική δράση (κατά πάσα… βεβαιότητα με νέο κόμμα, εκτός ΣΥΡΙΖΑ) μπορεί να έχει μείζονα επίδραση στον χώρο της ευρύτερης Κεντροαριστεράς / Αριστεράς, αλλά δεν θα αφήσει ανεπηρέαστη την κυβέρνηση.

Η οποία, πριν καν ο Τσίπρας ανακοινώσει με σαφήνεια τις προθέσεις του, έχει αρχίσει τις επιθέσεις εναντίον του, κατ’ αρχάς ρίχνοντας το βάρος στον… νόμο Παρασκευόπουλου για την αποσυμφόρηση των φυλακών που, σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο και τον υφυπουργό Δικαιοσύνης, οδήγησε στην αποφυλάκιση περίπου 17.000 κρατουμένων, μεταξύ αυτών και καταδικασθέντων για «βαριά» εγκλήματα.

Επί δύο μέρες η κυβέρνηση σφυροκοπά τον πρώην πρωθυπουργό, ενώ οι πληροφορίες αναφέρουν ότι στο αμέσως επόμενο διάστημα – και ειδικά από την ώρα που ο Τσίπρας αποσαφηνίσει τις προθέσεις του – η κυβέρνηση θα ανασύρει διάφορες πτυχές της περιόδου της διακυβέρνησης της χώρας από το σχήμα ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛΛ, προκειμένου να τον «πυροβολεί».

Επιλογές

Σημαίνουν όλα αυτά ότι ο Μητσοτάκης ουσιαστικά διαλέγει τον Τσίπρα ως «αντίπαλο δέος», έναντι του προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη (ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, επίσης δέχεται επιθέσεις από την κυβέρνηση); Προς το παρόν, η απάντηση είναι αρνητική, καθώς, σύμφωνα με πληροφορίες, στο «γαλάζιο» στρατόπεδο δεν έχει ακόμα αποσαφηνιστεί αν μια επιστροφή του πρώην πρωθυπουργού στην κεντρική πολιτική δράση συμφέρει τη Νέα Δημοκρατία ή δημιουργεί νέους κινδύνους.

Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι μερίδα της κυβέρνησης θεωρεί πως ο Τσίπρας θα αποτελέσει τον «τέλειο στόχο» για τον Μητσοτάκη, ο οποίος θα μπορέσει να ξυπνήσει διάφορα αντιΣΥΡΙΖΑ αντανακλαστικά στο εκλογικό σώμα.

Άλλοι, πάλι, επισημαίνουν ότι ο Τσίπρας παραμένει ένας χαρισματικός πολιτικός και ότι ένα νέο ξεκίνημά του θα μπορούσε να επιφέρει μείζονες αλλαγές στις ισορροπίες του πολιτικού σκηνικού της χώρας, που δυνητικά θα επηρεάσουν και τη Νέα Δημοκρατία – που, κακά τα ψέματα, δεν είναι και στην καλύτερη φάση της.

Στην ουσία – και εξαιρώντας τις «μπαλωθιές» σε βάρος του πρώην πρωθυπουργού – ακόμα στην κυβέρνηση δεν υπάρχει ξεκάθαρη στρατηγική αντιμετώπισης του Τσίπρα. Και, λένε κάποιες πηγές, δεν πρόκειται να υπάρξει πριν ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ κάνει την κίνησή του για νέο κόμμα και υπάρξουν και κάποιες πρώτες μετρήσεις που θα δείχνουν «τι ψάρια πιάνει».

Για την κυβέρνηση, πάντως, το ιδανικό σενάριο θα ήταν το κόμμα Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ να κινηθούν περίπου στα ίδια ποσοστά και επί της ουσίας να αλληλοεξουδετερωθούν, αφήνοντας το πεδίο ανοιχτό για την επικυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας, ενώ το κακό σενάριο θέλει τον Τσίπρα να εμφανίζεται ως «αφεντικό» στον χώρο της Κεντροαριστεράς, το κόμμα του να «πιάνει» γύρω στο 20% και ουσιαστικά να «καταπίνει» ό,τι βρίσκεται κοντά του.

Τότε, λένε οι πηγές, η επιλογή αντιπάλου θα γίνει… από μόνη της και η στρατηγική της κυβέρνησης θα διαμορφωθεί αναλόγως με στόχο τη σταδιακή απαξίωση Τσίπρα.

Διαβάστε επίσης:

Ο Τσίπρας, ο Φάμελλος, το «νέο κόμμα» και η «συγχώνευση»

Το δίλημμα της Χαμάς

ΚΚΕ: Ζεσταίνει «μηχανές» για την 6η Σεπτεμβρίου, με «καύσιμο» το νομοσχέδιο Κεραμέως

Πηγή: ΠΟΛΙΤΙΚΗ | topontiki.gr

Back to top button