Κατώτατος μισθός: Σενάρια 930 ή 950 ευρώ, με πολιτικό αποτύπωμα και δύσκολη αγορά εργασίας

Η διαδικασία για τον κατώτατο μισθό ξαναπαίζεται σαν καλοστημένο θεσμικό έργο: μέσα στην εβδομάδα τα υπομνήματα των κοινωνικών εταίρων στον ΟΜΕΔ, ως τα μέσα Φεβρουαρίου τα κείμενα της Επιτροπής Διαβούλευσης και της Επιστημονικής Επιτροπής, στα μέσα Μαρτίου η εισήγηση της υπουργού στο υπουργικό συμβούλιο, και από 1η Απριλίου το νέο ποσό. Μόνο που όλοι γνωρίζουν το βασικό: οι προτάσεις δεν δεσμεύουν την κυβέρνηση. Συνεκτιμώνται, ναι, αλλά η απόφαση είναι πολιτική. Κι αυτό δεν είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι όταν η πολιτική απόφαση παρουσιάζεται ως ουδέτερο αποτέλεσμα «τεχνικής διαδικασίας», με τη διαβούλευση να λειτουργεί περισσότερο ως σφραγίδα νομιμοποίησης παρά ως πραγματικός μηχανισμός συνδιαμόρφωσης.
Στο τραπέζι υπάρχουν δύο σενάρια. Το «ασφαλές» +50 ευρώ, που ανεβάζει τον κατώτατο από 880 στα 930. Και το «γενναίο» +70 ευρώ, που θα έφερνε τα 950 ήδη από φέτος. Η επιχειρηματολογία υπέρ της μεγαλύτερης αύξησης είναι έτοιμη: υπάρχει δημοσιονομικός χώρος από το υπερπλεόνασμα, η ακρίβεια συνεχίζει να πιέζει και η κυβέρνηση θέλει να αποδείξει ότι οι μισθοί ανεβαίνουν – με ορίζοντα, φυσικά, το 2027. Εδώ ακριβώς μπαίνει η κριτική ματιά: όταν η ίδια η συζήτηση «κουμπώνει» πάνω σε εκλογικό έτος, η κοινωνική πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε εργαλείο timing. Όχι γιατί δεν χρειάζονται αυξήσεις, αλλά γιατί οι αυξήσεις παύουν να κρίνονται μόνο με βάση την πραγματική οικονομία και αρχίζουν να μετρούν και ως πολιτικό μήνυμα.
Το δεύτερο σημείο της κριτικής είναι η πραγματική αποτελεσματικότητα. Η αύξηση του κατώτατου είναι αναμφίβολα θετική για τους χαμηλόμισθους, αλλά το ερώτημα δεν είναι «αν ανεβαίνει». Είναι «τι κερδίζει τελικά ο εργαζόμενος». Όταν το κόστος στέγασης, οι μεταφορές και το καλάθι του σούπερ μάρκετ έχουν ανέβει σταθερά, τα 50 ή και τα 70 ευρώ συχνά λειτουργούν σαν προσωρινό “patch” σε μια μεγαλύτερη τρύπα. Κι όταν μάλιστα οι αυξήσεις διαχέονται σε επιδόματα, παροχές και τριετίες, δημιουργείται μια εικόνα γενικευμένης ανακούφισης, που όμως στην πράξη μπορεί να «εξανεμίζεται» σε ενοίκια και λογαριασμούς.
Το τρίτο –και ίσως πιο άβολο– σημείο αφορά το ποιος πληρώνει τον λογαριασμό. Ο κατώτατος δεν αφορά μόνο τον ιδιωτικό τομέα. Έχει πλέον «δέσει» και με το Δημόσιο, αφού το εισαγωγικό κλιμάκιο έχει εξισωθεί με τον κατώτατο, συμπαρασύροντας οριζόντια τα μισθολογικά κλιμάκια. Αυτό έχει πολιτική και κοινωνική σημασία, αλλά έχει και δημοσιονομικό αποτύπωμα. Ταυτόχρονα, στον ιδιωτικό τομέα, οι μεγάλες επιχειρήσεις απορροφούν ευκολότερα την αύξηση, ενώ οι μικρές επιχειρήσεις –εκείνες που λειτουργούν με οριακή κερδοφορία– πιέζονται περισσότερο. Χωρίς παράλληλα μέτρα για μη μισθολογικό κόστος, εισφορές ή παραγωγικότητα, ο κίνδυνος είναι διπλός: είτε να μετακυλιστεί το κόστος στις τιμές (άρα να τροφοδοτείται ξανά η ακρίβεια), είτε να ενισχυθούν «γκρίζες» πρακτικές στην αγορά εργασίας.
Στο βάθος προβάλλεται το νέο σύστημα καθορισμού του κατώτατου από το 2028, που θα συνδέει την αύξηση με τον πληθωρισμό για το χαμηλότερο 20% των εισοδημάτων και με μέρος της μεταβολής της αγοραστικής δύναμης του γενικού δείκτη μισθών, ενώ θα υπάρχει και ρήτρα ότι ο κατώτατος δεν μειώνεται. Ακούγεται πιο αντικειμενικό και «διαφανές», αλλά δεν είναι πανάκεια: οι δείκτες δεν ζουν σε κενό, ούτε αντικαθιστούν την πολιτική. Αν οι τιμές τρέχουν γρηγορότερα από τα εισοδήματα ή αν η παραγωγικότητα μένει στάσιμη, ο τύπος θα παράγει αυξήσεις που μπορεί να είναι σωστές στατιστικά, αλλά ανεπαρκείς κοινωνικά.
Η ουσία είναι ότι ο κατώτατος μισθός χρειάζεται σταθερή ανοδική πορεία, γιατί αλλιώς η βάση της μισθωτής εργασίας υποχωρεί. Όμως, όσο η κυβέρνηση επιμένει να «πουλά» την αύξηση ως απάντηση στην ακρίβεια, θα κρίνεται αυστηρά: όχι από το πόσο θα γράφει το νέο ποσό, αλλά από το αν ο εργαζόμενος θα μπορεί πραγματικά να ζει καλύτερα και από το αν η αγορά θα αντέχει χωρίς να ανακυκλώνει το πρόβλημα σε τιμές, αδήλωτη εργασία και κοινωνική δυσαρέσκεια.
Διαβάστε επίσης:
Νέα Αριστερά: Λευκός καπνός με συμβιβασμό για τις συμμαχίες
Θεοδωρικάκος: «Η Βόρεια Ελλάδα στο επίκεντρο του νέου παραγωγικού προτύπου»
Πηγή: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ | topontiki.gr








