Πότε οι τραπεζικές πιστώσεις γίνονται «τσιμπίδα» της Εφορίας

Το διαχρονικό ερώτημα για το πότε μια ροή χρημάτων θεωρείται φορολογητέο εισόδημα έχει απασχολήσει χιλιάδες φορολογούμενους και τις ελεγκτικές αρχές.
Η απάντηση έχει πλέον αποκρυσταλλωθεί μέσα από κομβικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), οι οποίες θέτουν τα όρια ανάμεσα στη νόμιμη διακίνηση κεφαλαίων και την αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας.
Η έννοια της «Αδικαιολόγητης Προσαύξησης»
Σύμφωνα με τη βασική γραμμή του ΣτΕ, οποιαδήποτε εισροή χρημάτων σε τραπεζικό λογαριασμό που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από δηλωθέντα εισοδήματα, δάνεια, δωρεές ή πώληση περιουσιακών στοιχείων, χαρακτηρίζεται ως «αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας». Σε αυτή την περίπτωση, το ποσό λογίζεται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα και φορολογείται με τον αντίστοιχο συντελεστή (έως και 45%), συν τις προσαυξήσεις και τα πρόστιμα.
Τι ορίζει η απόφαση του ΣτΕ
Το ΣτΕ έχει ξεκαθαρίσει ότι το βάρος της απόδειξης πέφτει στον φορολογούμενο. Συγκεκριμένα:
- Χρονική στιγμή: Η προσαύξηση θεωρείται ότι συντελείται τη στιγμή της κατάθεσης ή της πίστωσης, εκτός αν ο φορολογούμενος αποδείξει ότι αφορά προγενέστερη περίοδο.
- Πρωτογενείς πιστώσεις: Οι ελεγκτές εστιάζουν στις «πρωτογενείς» καταθέσεις και όχι σε μεταφορές μεταξύ λογαριασμών του ίδιου προσώπου (εμβάσματα).
- Παραγραφή: Η φορολογική διοίκηση μπορεί να ελέγξει σε βάθος πενταετίας, εκτός αν προκύψουν «συμπληρωματικά στοιχεία» (π.χ. απαντήσεις από τράπεζες εξωτερικού), όπου η προθεσμία μπορεί να επεκταθεί.
Πώς φορολογούνται οι τραπεζικές καταθέσεις
Είναι σημαντικό να διαχωρίσουμε το κεφάλαιο της κατάθεσης από τους τόκους.
- Το Κεφάλαιο: Αυτό καθαυτό το ποσό της κατάθεσης δεν φορολογείται, καθώς υποτίθεται ότι έχει ήδη φορολογηθεί κατά την απόκτησή του (π.χ. μισθός, πώληση ακινήτου). Αν όμως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η πηγή του, ενεργοποιούνται οι διατάξεις περί προσαύξησης περιουσίας.
- Οι Τόκοι: Οι τόκοι που παράγονται από τις καταθέσεις στην Ελλάδα φορολογούνται αυτοτελώς με συντελεστή 15%. Η παρακράτηση γίνεται αυτόματα από την τράπεζα και αποδίδεται στο Δημόσιο. Ο φορολογούμενος οφείλει να δηλώνει τα ποσά αυτά στο Ε1 για την κάλυψη τεκμηρίων ή την επιβολή εισφοράς αλληλεγγύης (αν και η τελευταία έχει καταργηθεί για τα περισσότερα εισοδήματα).
Η διαφάνεια στις συναλλαγές είναι πλέον μονόδρομος. Η νομολογία του ΣτΕ προστατεύει τον φορολογούμενο από αυθαιρεσίες, αλλά παράλληλα απαιτεί πλήρη τεκμηρίωση για κάθε ευρώ που εμφανίζεται στους λογαριασμούς του. Η ορθή τήρηση παραστατικών για δάνεια ή δωρεές είναι ο μόνος τρόπος αποφυγής του χαρακτηρισμού μιας κατάθεσης ως «κρυφό εισόδημα».
Διαβάστε επίσης
Σπίτι μου 2: Εκπνέουν οι προθεσμίες – Αυξημένος ο κίνδυνος να χαθούν κονδύλια από το στεγαστικό
Γενική απογραφή ακινήτων με δηλώσεις χρήσης και ελέγχους σε μισθώσεις και κενά σπίτια
Σταθερά τα τιμολόγια της ΔΕΗ για τον Φεβρουάριο, μείωση στα κυμαινόμενα
Πηγή: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ | topontiki.gr








