Κλειστά στα χαρτιά, ακριβά στην πράξη: το κράτος ψάχνει τα άδεια σπίτια ενώ η αγορά στενάζει
Με το βλέμμα στραμμένο στα «κενά» ακίνητα, το υπουργείο Οικονομικών και η ΑΑΔΕ ανοίγουν έναν φάκελο που εδώ και χρόνια προκαλεί συζητήσεις, υποψίες αλλά και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Η απογραφή των κατοικιών που δηλώνονται ως ακατοίκητες και οι εκτεταμένες διασταυρώσεις που δρομολογούνται φιλοδοξούν να αποκαλύψουν αν πρόκειται πράγματι για άδεια σπίτια ή για ακίνητα που κατοικούνται και ενοικιάζονται μακριά από το ραντάρ της Εφορίας.
Το βασικό εργαλείο σε αυτή την επιχείρηση θα είναι το Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ), μέσω του οποίου επιχειρείται για πρώτη φορά μια πλήρης χαρτογράφηση της ακίνητης περιουσίας. Στόχος, όπως λέγεται επισήμως, είναι η πάταξη της φοροδιαφυγής και η αποκάλυψη ψευδών δηλώσεων. Στην πράξη όμως, η κίνηση αυτή έρχεται να αγγίξει ένα βαθύτερο και πιο σύνθετο πρόβλημα: τη χαμηλή προσφορά στέγης και τα εκρηκτικά ενοίκια που πιέζουν την αγορά και τα νοικοκυριά.
Τα στοιχεία της απογραφής του 2021 καταγράφουν σχεδόν 800.000 κενά ακίνητα σε όλη τη χώρα. Ένας αριθμός που, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει παράδοξος σε μια περίοδο όπου οι ενοικιαστές δυσκολεύονται να βρουν σπίτι και οι τιμές κινούνται σε ιστορικά υψηλά. Πίσω από τα νούμερα, όμως, κρύβονται πολλές και διαφορετικές πραγματικότητες: εγκαταλελειμμένα ακίνητα, παλιά σπίτια χωρίς υποδομές, εξοχικές κατοικίες που ανοίγουν λίγες εβδομάδες τον χρόνο, αλλά και διαμερίσματα που εμφανίζονται κενά μόνο στα χαρτιά.
Η ΑΑΔΕ ποντάρει πολλά στις διασταυρώσεις με τις καταναλώσεις ηλεκτρικού ρεύματος. Μέσω των στοιχείων του ΔΕΔΔΗΕ, τα ακίνητα που δηλώνονται ως κλειστά θα «περάσουν από ακτινογραφία», με στόχο να εντοπιστούν περιπτώσεις όπου υπάρχει κανονική χρήση. Το κίνητρο για τέτοιες δηλώσεις είναι προφανές: απαλλαγή από τεκμήρια διαβίωσης, μη φορολόγηση ενοικίων και αποφυγή δημοτικών τελών.
Ωστόσο, στην αγορά εκφράζονται σοβαροί προβληματισμοί. Πρώτον, για το κατά πόσο η κρατική παρέμβαση περιορίζεται στη φορολογική διάσταση, αφήνοντας άθικτο το δομικό πρόβλημα της στέγης. Η έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών, ειδικά στα αστικά κέντρα, δεν οφείλεται μόνο σε «μαύρες» μισθώσεις, αλλά και σε χρόνια αδράνεια, έλλειψη κινήτρων για ανακαινίσεις και απουσία συνεκτικής στεγαστικής πολιτικής.
Δεύτερον, υπάρχει ο φόβος ότι η πίεση θα μετακυλιστεί τελικά στους καταναλωτές. Σε μια αγορά όπου η προσφορά είναι ήδη περιορισμένη, οποιαδήποτε κίνηση δεν συνοδεύεται από ουσιαστικά μέτρα αύξησης της διαθέσιμης στέγης κινδυνεύει να ενισχύσει περαιτέρω τις τιμές. Τα υψηλά ενοίκια δεν είναι απλώς αποτέλεσμα φοροδιαφυγής, αλλά σύμπτωμα μιας αγοράς που λειτουργεί με όρους ασφυξίας.
Τρίτον, αρκετοί επισημαίνουν ότι το κράτος δείχνει να «ανακαλύπτει» εκ των υστέρων ένα πρόβλημα που εδώ και χρόνια είναι ορατό. Οι χιλιάδες κλειστές κατοικίες δεν ενεργοποιήθηκαν ούτε με κίνητρα ούτε με πολιτικές που θα τις έφερναν πίσω στην αγορά. Αντίθετα, τώρα επιχειρείται ένας έλεγχος εκ των άνω, με έμφαση στις διασταυρώσεις και τα πρόστιμα.
Το ερώτημα που αιωρείται είναι αν η επιχείρηση για τα κλειστά ακίνητα θα λειτουργήσει ως εργαλείο εξορθολογισμού ή απλώς ως ακόμη μία φορολογική άσκηση. Γιατί όσο η προσφορά στέγης παραμένει χαμηλή και τα ενοίκια καλπάζουν, ο προβληματισμός στην αγορά δεν θα περιορίζεται στο ποιος δηλώνει τι, αλλά στο ποιος μπορεί τελικά να βρει και να αντέξει ένα σπίτι.
Διαβάστε επίσης:
«Αλμυρή» η φετινή Τσικνοπέμπτη – Ράλι ανόδου έως και 34% στα κρέατα
Μπλοκάκι και φόρος: Πότε αντιμετωπίζεται ως μισθός και πότε οδηγεί στο τεκμαρτό σύστημα
Πηγή: topontiki.gr







