Κόσμος

Η υπόθεση Έπσταϊν: Σεξ, σιωπή και το χρονικό ενός δικτύου διαστροφής για «εκλεκτούς»

Ο Τζέφρι Έπσταϊν εμφανίζεται στο χρηματοοικονομικό περιβάλλον της Νέας Υόρκης στα τέλη της δεκαετίας του ’80, προβάλλοντας το προφίλ του διαχειριστή περιουσίας υπερ-πλουσίων πελατών.

Χωρίς σαφές δημόσιο επαγγελματικό αποτύπωμα και χωρίς διαφανές χαρτοφυλάκιο, καταφέρνει να αποκτήσει πρόσβαση σε κύκλους δισεκατομμυριούχων, πολιτικών, ακαδημαϊκών και διασημοτήτων.

Η κοινωνική του άνοδος συνοδεύεται από στενές σχέσεις με πρόσωπα της αμερικανικής και διεθνούς ελίτ και από ένα δίκτυο κατοικιών σε Νέα Υόρκη, Φλόριντα, Παρίσι και Καραϊβική.

Οι πρώτες σοβαρές καταγγελίες εμφανίζονται στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Αφορούν στρατολόγηση ανήλικων κοριτσιών για «μασάζ» που κατέληγαν σε σεξουαλική εκμετάλλευση.

Το 2005 ξεκινά επίσημη έρευνα στη Φλόριντα. Το 2008 καταλήγει σε συμφωνία με την εισαγγελία (plea deal), η οποία προκαλεί έντονες αντιδράσεις: δηλώνει ένοχος για περιορισμένες κατηγορίες και εκτίει ποινή 13 μηνών με εξαιρετικά προνομιακούς όρους – ημιελεύθερη κράτηση και δυνατότητα καθημερινής εξόδου για «εργασία». Η συμφωνία εκείνη αργότερα θα χαρακτηριστεί σκανδαλωδώς επιεικής.

Η υπόθεση επανέρχεται δυναμικά το 2018-2019, όταν νέες μαρτυρίες και δημοσιογραφικές έρευνες οδηγούν σε ομοσπονδιακή δίωξη στη Νέα Υόρκη για διακίνηση και σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων σε διαπολιτειακό κύκλωμα.

Τον Ιούλιο του 2019 ο Έπσταϊν συλλαμβάνεται εκ νέου. Οι κατηγορίες πλέον περιγράφουν οργανωμένο σύστημα στρατολόγησης, μεταφοράς και κακοποίησης ανήλικων κοριτσιών επί σειρά ετών. Κατασχέσεις υλικού από τις κατοικίες του ενισχύουν το κατηγορητήριο.

Οι αποκαλύψεις

Η δεύτερη και μοιραία για τον Τζέφρι Έπσταϊν ποινική δίωξη δεν προέκυψε αιφνιδιαστικά. Ήταν αποτέλεσμα πολυετούς δημοσιογραφικής πίεσης που άρχισε να κλιμακώνεται μετά το 2017 και κορυφώθηκε το 2018-2019. Κεντρικό ρόλο έπαιξαν εκτεταμένες έρευνες αμερικανικών μέσων, που επανεξέτασαν τη συμφωνία του 2008 με την εισαγγελία της Φλόριντα – τη συμφωνία που του είχε εξασφαλίσει εξαιρετικά επιεική μεταχείριση.

Καθοριστικό σημείο θεωρείται η μεγάλη έρευνα της «Miami Herald» (τέλη 2018), η οποία ανέδειξε δεκάδες μαρτυρίες θυμάτων, αποκάλυψε πώς λειτουργούσε το σύστημα στρατολόγησης ανήλικων κοριτσιών και – κυρίως – έφερε στο προσκήνιο τον τρόπο με τον οποίο είχε συναφθεί το plea deal. Η δημοσιότητα προκάλεσε πολιτική και θεσμική πίεση για επανεξέταση.

Τον Ιούλιο του 2019, ομοσπονδιακοί εισαγγελείς της Νέας Υόρκης άσκησαν νέο κατηγορητήριο για διακίνηση και σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων. Ο Έπσταϊν συνελήφθη και προφυλακίστηκε χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης με εγγύηση, καθώς κρίθηκε ύποπτος φυγής. Οι αρχές επικαλέστηκαν τον πλούτο του, τα ιδιωτικά μέσα μετακίνησης και τις διεθνείς διασυνδέσεις του.

Ο θάνατος του Έπσταϊν στη φυλακή, λίγες εβδομάδες αργότερα, πριν αρχίσει η δίκη, προκάλεσε παγκόσμιο σοκ και καταιγισμό ερωτημάτων. Επίσημα χαρακτηρίστηκε αυτοκτονία, όμως οι καταγεγραμμένες παραλείψεις ασφαλείας – κάμερες εκτός λειτουργίας, μη τήρηση ελέγχων, απουσία επιτήρησης – τροφοδότησαν αμφισβήτηση και δυσπιστία που παραμένει μέχρι σήμερα.

Ο θάνατός του διακόπτει την ποινική διαδικασία εις βάρος του, όχι όμως και τις έρευνες γύρω από το δίκτυο συνεργατών του. Το 2021 συλλαμβάνεται και το 2022 καταδικάζεται η στενή συνεργάτιδά του Γκισλέιν Μάξγουελ για συμμετοχή στη στρατολόγηση και κακοποίηση ανηλίκων.

Παρά τη δικαστική αυτή εξέλιξη, μεγάλα τμήματα της υπόθεσης – επαφές, πιθανοί πελάτες, πιθανά δίκτυα εκβιασμού – παραμένουν ασαφή ή μη πλήρως δημοσιοποιημένα.

Η υπόθεση κλείνει δικαστικά ως προς τον βασικό κατηγορούμενο, αλλά παραμένει ανοιχτή πολιτικά και θεσμικά – ως ερώτημα για το ποιος γνώριζε, ποιος προστάτευσε και ποιος ωφελήθηκε.

Ποιοι «κουκούλωσαν»

Η υπόθεση Έπσταϊν δεν είναι ένας απλός ποινικός φάκελος, είναι κόμβος διασταύρωσης ισχύος. Αυτό σημαίνει ότι τα πιθανά συμφέροντα προστασίας δεν είναι μονοσήμαντα, ούτε απαραίτητα συντονισμένα. Μπορούν όμως να ταξινομηθούν σε τέσσερις βασικές κατηγορίες.

Πρώτον: κύκλοι υψηλής κοινωνικής και οικονομικής ελίτ.

Η αξία του Έπσταϊν για το περιβάλλον του δεν ήταν μόνο προσωπική – ήταν «δικτυακή»: ιδιωτικά αεροσκάφη, κλειστές λέσχες, ιδιωτικές κατοικίες, μη καταγεγραμμένες συναντήσεις.

Σε τέτοιους χώρους δημιουργούνται δεσμοί που κανείς δεν θέλει να δει δημοσιοποιημένους, ακόμη κι αν δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα. Η φήμη, η αγορά, τα διοικητικά συμβούλια και οι επενδυτικές ροές είναι εξαιρετικά ευαίσθητα σε σκιές.

Δεύτερον: πολιτικά πρόσωπα και θεσμικά περιβάλλοντα.

Όχι απαραίτητα λόγω ενοχής, αλλά λόγω εγγύτητας. Η απλή καταγραφή επαφής – φωτογραφία, πτήση, πρόσκληση – μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό όπλο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το κίνητρο δεν είναι να «σωθεί ο κατηγορούμενος», αλλά να περιοριστεί η διαρροή.

Τρίτον: θεσμική αυτοπροστασία της Δικαιοσύνης και των διωκτικών αρχών.

Το plea deal του 2008 θεωρήθηκε εκ των υστέρων εξαιρετικά επιεικές. Όταν ένα σύστημα έχει ήδη αποτύχει μία φορά, δημιουργείται ισχυρό κίνητρο ελέγχου ζημιάς. Η γραφειοκρατική άμυνα συχνά λειτουργεί σιωπηρά: περιορισμός εγγράφων, στενή ερμηνεία δημοσιοποίησης, αργή αποσφράγιση αρχείων.

Τέταρτον: όσοι φοβούνται παράπλευρη έκθεση.

Μεγάλα δίκτυα ισχύος λειτουργούν με αλληλοεπικάλυψη: φιλανθρωπίες, πανεπιστήμια, ιδρύματα, επενδυτικά σχήματα. Μια πλήρης αποκάλυψη θα δημιουργούσε «δευτερογενή θύματα» φήμης – οργανισμούς και πρόσωπα που δεν κατηγορούνται για εγκλήματα, αλλά δεν θέλουν σύνδεση.

Το κρίσιμο σημείο: δεν απαιτείται κεντρική συνωμοσία για να υπάρξει συγκάλυψη. Αρκεί πολλαπλό, παράλληλο κίνητρο σιωπής.

Η υπόθεση «ανοιγοκλείνει»

Τυπικά, μια ποινική υπόθεση ολοκληρώνεται με δίκη και απόφαση. Στην περίπτωση Έπσταϊν ο βασικός κατηγορούμενος πέθανε πριν να δικαστεί. Αυτό από μόνο του παράγει ένα νομικό κενό: η ποινική διαδικασία παύει, άρα δεν εξετάζονται αποδεικτικά στοιχεία σε πλήρη ακροαματική διαδικασία, δεν καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες, δεν ανοίγουν όλες οι διαδρομές χρημάτων και επαφών. Το δικαστικό νήμα κόβεται πριν φτάσει στον κόμπο.

Η καταδίκη της συνεργάτιδάς του κάλυψε ένα μέρος του μηχανισμού στρατολόγησης, όχι όμως το σύνολο του δικτύου επαφών. Το ποινικό σύστημα είναι δομημένο γύρω από συγκεκριμένους κατηγορούμενους και συγκεκριμένες πράξεις – όχι γύρω από «οικοσυστήματα ισχύος».

Έτσι, μπορεί να υπάρξει καταδίκη για επιμέρους εγκλήματα και ταυτόχρονα να παραμείνουν αναπάντητα τα ευρύτερα ερωτήματα.

Υπάρχει και δεύτερος παράγοντας: μεγάλο μέρος του υλικού σε τέτοιες υποθέσεις προέρχεται από καταθέσεις, καταλόγους επαφών και ιδιωτικά αρχεία που περιλαμβάνουν χιλιάδες ονόματα. Η παρουσία ενός ονόματος σε κατάλογο ή πτήση δεν συνιστά ενοχή. Οι αρχές, για λόγους νομικής προστασίας και αποφυγής δυσφήμησης, δημοσιοποιούν επιλεκτικά. Αυτό δημιουργεί αναπόφευκτα την εντύπωση «μερικής αλήθειας».

Τρίτος παράγοντας είναι οι συμβιβασμοί. Πολλές υποθέσεις θυμάτων έκλεισαν με εξωδικαστικούς διακανονισμούς. Αυτό είναι θεμιτό για την αποζημίωση των θυμάτων, αλλά περιορίζει τη δημόσια αποκάλυψη στοιχείων, γιατί δεν προηγείται πλήρης αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο.

Τέλος, υπάρχει το θεσμικό ένστικτο περιορισμού ζημιάς. Όταν μια υπόθεση αγγίζει δικαστικούς χειρισμούς του παρελθόντος, σωφρονιστικές παραλείψεις και ελέγχους ασφαλείας που απέτυχαν, το σύστημα τείνει να κλείνει διοικητικά μέτωπα αντί να τα ανοίγει απεριόριστα.

Ο μηχανισμός

Το πιο φορτισμένο ερώτημα στην υπόθεση Έπσταϊν είναι αν επρόκειτο απλώς για έναν κατά συρροή σεξουαλικό εκμεταλλευτή με ισχυρές διασυνδέσεις ή για κόμβο οργανωμένου εκβιασμού υψηλών προσώπων. Η σοβαρή απάντηση απαιτεί διαχωρισμό ανάμεσα σε ό,τι έχει αποδειχθεί δικαστικά και σε ό,τι παραμένει ένδειξη – όχι απόδειξη.

Αποδεδειγμένο είναι το πρώτο σκέλος: υπήρξε οργανωμένο σύστημα στρατολόγησης ανηλίκων, οικονομικά κίνητρα για «προμήθειες» νέων θυμάτων, πολλαπλές τοποθεσίες, επαναληπτικότητα πράξεων και δομημένος ρόλος συνεργατών. Αυτό δεν είναι υπόθεση – είναι δικαστικό εύρημα. Το ερώτημα είναι αν το σύστημα αυτό είχε και δεύτερη λειτουργία: συλλογή υλικού επιρροής.

Τα στοιχεία που τροφοδοτούν αυτή την υπόθεση είναι έμμεσα, αλλά όχι αμελητέα. Περιλαμβάνουν μαρτυρίες για εκτεταμένα συστήματα παρακολούθησης σε κατοικίες, αναφορές για καταγραφή επισκέψεων και επαφών, καθώς και το γεγονός ότι η κοινωνική του ισχύς ήταν δυσανάλογη με τη διαφανή επαγγελματική του δραστηριότητα. Σε περιβάλλοντα υψηλής ισχύος η κατοχή επιβαρυντικών πληροφοριών – ακόμη και χωρίς δημοσιοποίηση – μετατρέπεται σε νόμισμα επιρροής.

Από την άλλη πλευρά, δεν έχει παρουσιαστεί σε δικαστήριο τεκμηριωμένο αποδεικτικό υλικό που να δείχνει οργανωμένη επιχείρηση κρατικού τύπου ή επίσημη σύνδεση με υπηρεσία πληροφοριών. Η μετάβαση από το «πιθανό εργαλείο εκβιασμού» στο «δομημένο κατασκοπευτικό πρόγραμμα» δεν έχει αποδειχθεί. 

Η πιο ανθεκτική ερμηνεία είναι ενδιάμεση: ένα ιδιωτικό δίκτυο σεξουαλικής εκμετάλλευσης που, λόγω πρόσβασης σε ισχυρά πρόσωπα, παρήγαγε ταυτόχρονα και κεφάλαιο σιωπής. Όχι απαραίτητα ως κεντρικό σχέδιο, αλλά ως παράγωγο λειτουργίας. Σε τέτοια συστήματα, ο εκβιασμός δεν χρειάζεται πάντα να ασκηθεί· αρκεί να είναι πιστευτός.

Γι’ αυτό και η υπόθεση εξακολουθεί να προκαλεί. Όχι μόνο για το έγκλημα, αλλά για τη σκιά ισχύος γύρω του.
Σε τελική ανάλυση, το αποδεδειγμένο είναι βαρύ – και το αναπάντητο ακόμη βαρύτερο.

Η υπόθεση Έπσταϊν δεν προκαλεί μόνο για τα εγκλήματα που αποδείχθηκαν, προκαλεί για τις ρωγμές που αποκάλυψε. Το 2008 εξασφάλισε μια συμφωνία – ασπίδα και εξέτισε ποινή σχεδόν κατ’ οίκον. Το 2019 συνελήφθη ξανά μόνο όταν η δημοσιογραφική έρευνα και οι καταθέσεις θυμάτων έκαναν πολιτικά αδύνατη τη σιωπή. Μπήκε σε ομοσπονδιακή φυλακή υψίστης ασφαλείας και πέθανε πριν δικαστεί, με κάμερες εκτός λειτουργίας και ελέγχους που δεν έγιναν ποτέ. Αυτό δεν αποδεικνύει συνωμοσία, αποδεικνύει όμως θεσμική αποτυχία πρώτου μεγέθους. Τα αρχεία άνοιξαν με το σταγονόμετρο, πολλά ονόματα έμειναν στη σκιά, οι περισσότερες διαδρομές επιρροής δεν εξετάστηκαν σε ακροατήριο. Το αποτέλεσμα είναι ωμό: υπήρξε δίκτυο, υπήρξαν θύματα, υπήρξε καταδίκη συνεργάτιδας – αλλά δεν υπήρξε ποτέ πλήρης δίκη του πυρήνα. Και όταν δεν γίνεται πλήρης δίκη, δεν υπάρχει πλήρης κάθαρση. Μόνο υπόλοιπο. Αυτό είναι το πραγματικό σκάνδαλο.

Διαβάστε επίσης:

Συνταγματική αναθεώρηση: Κάηκε η… «συναίνεση»

ΠΑΣΟΚ: ΓΣΕΕ και αλγόριθμος συνεδρίου διχάζουν

Ελληνοτουρκικός συγχρονισμός υπό πίεση

Πηγή: topontiki.gr

Back to top button