Ρόμπερτ Ντιβάλ: Από τον «Νονό» και το «Αποκάλυψη Τώρα» έως τις τέσσερις συζύγους και τη ζωή μακριά από τα φώτα (Video/Photo)
Ο Ρόμπερτ Ντιβάλ, ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς του αμερικανικού κινηματογράφου, πέθανε την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου, σε ηλικία 95 ετών, στο σπίτι του στη Βιρτζίνια από φυσικά αίτια. Μια καριέρα που εκτείνεται σε περισσότερα από 60 χρόνια, επτά υποψηφιότητες για Όσκαρ και ένας χάρτης ρόλων που καλύπτει από γουέστερν και πολεμικά έπη μέχρι κοινωνικά δράματα και πολιτικές αλληγορίες συνθέτουν το αποτύπωμα του Ντιβάλ στον αμερικανικό κινηματογράφο.
Γεννημένος στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας, γιος αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού, σπούδασε στο Principia College και υπηρέτησε στον στρατό κατά τον Πόλεμο της Κορέας. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου μαθήτευσε δίπλα στον Σάνφορντ Μέιζνερ, συγκατοικώντας την ίδια περίοδο με τον Ντάστιν Χόφμαν και συναναστρεφόμενος τον Τζιν Χάκμαν. Από το θέατρο πέρασε στον κινηματογράφο στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ξεκινώντας με έναν μικρό αλλά καθοριστικό ρόλο στο «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» (1962) ως Άρθουρ «Μπου» Ράντλεϊ.
Ο Νονός και η καθιέρωση
Η καθιέρωση ήρθε το 1972 με τον ρόλο του Τομ Χέιγκεν στον «Νονό» του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Ως ψύχραιμος και μεθοδικός σύμβουλος της οικογένειας Κορλεόνε, ο Ντιβάλ ενσάρκωσε έναν χαρακτήρα χαμηλών τόνων αλλά καθοριστικής επιρροής, κερδίζοντας την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ. Επανέλαβε τον ρόλο του στο «Ο Νονός ΙΙ», συμβάλλοντας σε μία από τις πιο επιδραστικές κινηματογραφικές σειρές όλων των εποχών.
Ο Ρόμπερτ Ντιβάλ ως Τομ Χέιγκεν στη σειρά ταινιών «The Godfather / Ο Νονός»
Ο Ντουβάλ δεν εμφανίστηκε στην ταινία «Ο Νονός III», η οποία είχε καθυστερήσει πολύ, το 1990, λόγω μιας διαμάχης για την αμοιβή του με τον Κόπολα, λέγοντας στον Μπομπ Κόστας ότι ο Αλ Πατσίνο θα πληρωνόταν πέντε φορές το ποσό που του προσφέρθηκε, κάτι που ήταν «εντελώς απαράδεκτο». Αργότερα, σε μια συνέντευξη με τον Λάρι Κινγκ, ο Ντουβάλ χαρακτήρισε την απόφασή του να μην εμφανιστεί στην τρίτη ταινία «Νονός» «θέμα αρχής».
Στη δεκαετία του 1970 συμμετείχε σε σημαντικές παραγωγές όπως το «MAS*H» και το «Network», αποδεικνύοντας την ευχέρειά του να κινείται από τη σάτιρα στο πολιτικό δράμα. Στο «The Great Santini» ενσάρκωσε έναν αυταρχικό πατέρα και στρατιωτικό, αποσπώντας νέα υποψηφιότητα για Όσκαρ.
Από το «Αποκάλυψη Τώρα» στο Όσκαρ
Το 1979, στο «Αποκάλυψη Τώρα», επανενώθηκε με τον Κόπολα, υποδυόμενος τον Αντισυνταγματάρχη Μπιλ Κίλγκορ, έναν αξιωματικό με επιβλητική παρουσία και σύνθετη ψυχοσύνθεση. Η ερμηνεία του περιλάμβανε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες ατάκες του σύγχρονου κινηματογράφου: «Λατρεύω τη μυρωδιά της ναπάλμ το πρωί», ρόλος που του χάρισε ακόμη μία οσκαρική υποψηφιότητα.
Η κορύφωση της καριέρας του ήρθε το 1983 με το «Tender Mercies», όπου υποδύθηκε τον Μακ Σλέτζ, έναν πρώην αστέρα της κάντρι που παλεύει με τον αλκοολισμό και την προσωπική του λύτρωση. Για την ερμηνεία του απέσπασε το Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου, ερμηνεύοντας ο ίδιος τα τραγούδια της ταινίας.
Η ωριμότητα και η δημιουργική αυτονομία
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 πρωταγωνίστησε στη μίνι σειρά «Lonesome Dove», σε έναν ρόλο που του χάρισε υποψηφιότητα για Έμμυ, ενώ τιμήθηκε με το βραβείο για τη συμμετοχή του στη σειρά «Broken Trail». Παράλληλα, ανέλαβε ενεργό ρόλο πίσω από την κάμερα. Στο «The Apostle» (1997) έγραψε, σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε, λαμβάνοντας νέα υποψηφιότητα για Όσκαρ.
Παρέμεινε δραστήριος και τις επόμενες δεκαετίες, συμμετέχοντας σε ταινίες όπως το «Open Range», το «Jack Reacher» και το «Widows». Το 2014, σε ηλικία 84 ετών, απέσπασε την τελευταία του υποψηφιότητα για Όσκαρ για τον ρόλο του δικαστή Τζόζεφ Πάλμερ στο «The Judge», επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική του παρουσία.
Κατά τη διάρκεια της πορείας του ενσάρκωσε και ιστορικές προσωπικότητες, όπως τον Ρόμπερτ Ε. Λι, τον Ιωσήφ Στάλιν και τον Άντολφ Άιχμαν, διευρύνοντας ακόμη περισσότερο το φάσμα της υποκριτικής του ταυτότητας.
Η διαδρομή του Ρόμπερτ Ντιβάλ χαρακτηρίστηκε από συνέπεια, εσωτερικότητα και προσαρμοστικότητα σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη. Με ρόλους που εκτείνονται από το επικό δράμα έως το προσωπικό ψυχογράφημα, κατέγραψε μια από τις πιο πολυσχιδείς και σταθερές παρουσίες στον αμερικανικό και παγκόσμιο κινηματογράφο.
Ρόμπερτ Ντιβάλ: Οι τέσσερις γάμοι, η σχέση ζωής με τη Λουσιάνα Πεδράσα και η ζωή μακριά από τα φώτα
Πέρα από την κινηματογραφική του πορεία, ο Ρόμπερτ Ντιβάλ είχε μια προσωπική ζωή που χαρακτηρίστηκε από τέσσερις γάμους, μακροχρόνιες σχέσεις και μια έντονη σύνδεση με την Αργεντινή, χωρίς ποτέ να αποκτήσει παιδιά.
Ο ίδιος είχε δηλώσει το 2007 με χαρακτηριστική ειλικρίνεια ότι δεν απέκτησε απογόνους, σχολιάζοντας με χιούμορ: «Μάλλον ρίχνω άσφαιρα», προσθέτοντας ότι είχε προσπαθήσει «με πολλές διαφορετικές γυναίκες, εντός και εκτός γάμου».
Οι πρώτοι γάμοι και η ζωή πριν τη σταθερότητα
Η πρώτη του σύζυγος ήταν η Μπάρμπαρα Μπέντζαμιν, πρώην παρουσιάστρια και χορεύτρια στο «The Jackie Gleason Show», την οποία γνώρισε κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια» το 1962. Η Μπέντζαμιν, που είχε εμφανιστεί και στις ταινίες «Guys and Dolls» και «The Courtship of Eddie’s Father» με το όνομα Μπάρμπαρα Μπρεντ, είχε δύο κόρες από προηγούμενο γάμο. Το ζευγάρι παντρεύτηκε το 1964 και χώρισε το 1975.
Ο δεύτερος γάμος του ήταν με την Γκέιλ Γιανγκς, από το 1982 έως το 1986. Μέσω αυτής της σχέσης, ο Ντιβάλ συνδέθηκε οικογενειακά με γνωστές προσωπικότητες του χώρου της ψυχαγωγίας, καθώς η Γιανγκς ήταν συγγενής των ηθοποιών Τζον Σάβατζ, Ρόμπιν Γιανγκ και Τζιμ Γιανγκς.
Το 1991 παντρεύτηκε τη χορεύτρια Σάρον Μπρόφι, με την οποία χώρισε το 1995.
Η σχέση ζωής με τη Λουσιάνα Πεδράσα και η αγάπη για το τάνγκο
Το 2005 παντρεύτηκε για τέταρτη φορά τη Λουσιάνα Πεδράσα, Αργεντινή ηθοποιό και σκηνοθέτρια, εγγονή της πρωτοπόρου της αργεντινής αεροπορίας Σουσάνα Φεράρι Μπίλινγκχερστ. Ο Ντιβάλ είχε γνωρίσει την Πεδράσα στην Αργεντινή και συχνά αφηγούνταν την ιστορία της πρώτης τους συνάντησης λέγοντας: «Το ανθοπωλείο ήταν κλειστό, έτσι πήγα στον φούρνο. Αν το ανθοπωλείο ήταν ανοιχτό, δεν θα τη γνώριζα ποτέ».
Παρότι τους χώριζαν 41 χρόνια ηλικίας, είχαν γεννηθεί την ίδια ημέρα, στις 5 Ιανουαρίου, και ήταν μαζί από το 1997. Η σχέση τους συνδύασε προσωπική και επαγγελματική συνεργασία: ο Ντιβάλ παρήγαγε, σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε μαζί της στην ταινία «Assassination Tango» (2002), μεγάλο μέρος της οποίας γυρίστηκε στο Μπουένος Άιρες.
Γνωστός για την αγάπη του στο αργεντίνικο τάνγκο, ο Ντιβάλ θεωρούνταν ιδιαίτερα ικανός χορευτής και διατηρούσε στούντιο τάνγκο τόσο στην Αργεντινή όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, ασχολήθηκε με τις πολεμικές τέχνες, εκπαιδευόμενος στο βραζιλιάνικο ζίου ζίτσου και εξασκώντας την τέχνη μαζί με τη σύζυγό του.
Παρά τη διεθνή αναγνώριση και τη μακρά κινηματογραφική του διαδρομή, ο Ρόμπερτ Ντιβάλ επέλεξε να κρατήσει την προσωπική του ζωή μακριά από υπερβολική δημοσιότητα, διατηρώντας μια ισορροπία ανάμεσα στη δημόσια εικόνα και την ιδιωτική του καθημερινότητα.
Ο Ντουβάλ είχε ιστορικό υποστήριξης Ρεπουμπλικανών υποψηφίων. Παρευρέθηκε στην ορκωμοσία του Τζορτζ Μπους, συγκέντρωσε χρήματα για την υποψηφιότητα του Μιτ Ρόμνεϊ και ήταν αφηγητής σε ένα βίντεο στο Εθνικό Συνέδριο των Ρεπουμπλικανών το 2008.
Του απονεμήθηκε το Εθνικό Μετάλλιο Τεχνών κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Μπους το 2004.
Διαβάστε επίσης:
Η πρωταγωνίστρια του «Stranger Things», Μάγια Χοκ, παντρεύτηκε τον τραγουδιστή Κρίστιαν Λι Χάτσον
Λιονέλ Μέσι: Δείτε το δώρο στη σύζυγό του για την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου
Πηγή: topontiki.gr






