Πολιτική

Κύπρος: Από «γέφυρα» της Ανατολικής Μεσογείου σε προκεχωρημένο φυλάκιο ενός πολέμου που δεν είναι δικός της

Η Κύπρος δεν μπήκε τυπικά σε πόλεμο. Όμως η πραγματικότητα την έχει ήδη βάλει στο κάδρο. Τα ιρανικά χτυπήματα θεωρούνται πλέον δεδομένα, οι απειλές από την Τεχεράνη είναι ανοιχτές και ευθείες, και η Ανατολική Μεσόγειος θυμίζει σκακιέρα στην οποία οι μεγάλες δυνάμεις μετακινούν πιόνια με αυξανόμενη ένταση. Το ερώτημα δεν είναι αν η Κύπρος θέλει να εμπλακεί. Το ερώτημα είναι αν, με τις επιλογές της κυρίως, έχει ήδη εμπλακεί.

Και δω υπάρχει μία δεδομένη κατάσταση και ένα δραματικό αδιέξοδο: Στο νησί υπάρχουν βρετανικές βάσεις, σε βρετανικό έδαφος. Οι οποίες βάσεις, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του Λονδίνου, είναι κατά την Τεχεράνη ορμητήρια για αμερικανικά βομβαρδιστικά.

Εξ αυτού του «τριγώνου» – ΗΠΑ, Βρετανία, Ιράν – η Κύπρος έχει γίνει στόχος και κανείς δεν πιστεύει κανέναν. Ούτε η Λευκωσία την βρετανική κυβέρνηση, ούτε η Τεχεράνη την κυπριακή πλευρά. Οι Αμερικανοί στο μεταξύ επιδίδονται στις πολεμικές τους επιχειρήσεις αδιαφορώντας για τα πάντα και για όλους – και ειδικά για τον εάν και τι πιστεύουν οι άλλοι για τις κινήσεις τους.

Αποτέλεσμα ήταν η Λευκωσία να ζητήσει τη συνδρομή της ελληνικής κυβέρνησης, που έσπευσε να αποστείλει αεροναυτική δύναμη (4 F-16 και 2 φρεγάτες), γεγονός που «επισημοποιεί» τρόπον τινά την εμπλοκή και της Ελλάδας στη σύγκρουση, πέραν του μετώπου της Σούδας, που ήταν ήδη αρκετή πηγή ανησυχίας.

Ο ρόλος των βάσεων

Το μεγάλο ερώτημα είναι πώς έφτασε η Κύπρος να βρεθεί στη δίνη και αν οι βρετανικές βάσεις είναι ο μόνος λόγος που οδήγησε στην εμπλοκή. Το ερώτημα είναι εύλογο, καθώς τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία μεταβολή στη στρατηγική της Λευκωσίας.

Για δεκαετίες, η Κυπριακή Δημοκρατία επένδυε στην εικόνα ενός μικρού, αλλά ευέλικτου κράτους: Ένα κράτος-μέλος της ΕΕ, με ανοιχτούς διαύλους προς τη Μέση Ανατολή, με ρόλο γέφυρας και όχι οχυρού. Σήμερα, αυτή η εικόνα έχει αλλοιωθεί. Η Κύπρος εμφανίζεται – και σε ορισμένες περιπτώσεις αντιμετωπίζεται – ως κρίκος σε μια αλυσίδα που συνδέει το Ισραήλ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ. Και σε μια περίοδο που ο άξονας αυτός βρίσκεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με το Ιράν, η γεωγραφία παύει να είναι πλεονέκτημα και γίνεται δράμα.

Η ύπαρξη των βρετανικών βάσεων στο νησί ήταν πάντα μια ιδιαιτερότητα. Όμως σε περιόδους έντασης, μετατρέπεται σε στρατηγικό βάρος. Όταν το έδαφός σου φιλοξενεί κρίσιμη στρατιωτική υποδομή δυτικής δύναμης, δεν μπορείς να πείσεις εύκολα ότι είσαι «εκτός». Ακόμη κι αν η Κυπριακή Δημοκρατία δεν λαμβάνει επιχειρησιακές αποφάσεις, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι διαφορετική: Η Κύπρος ως πλατφόρμα υποστήριξης. Και σε έναν πόλεμο, η αντίληψη συχνά υπερισχύει της νομικής λεπτομέρειας.

Η ταύτιση με το Ισραήλ

Η στενή συνεργασία με το Ισραήλ τα τελευταία χρόνια ενίσχυσε αυτή την εντύπωση. Κοινές ασκήσεις, στρατιωτική διαλειτουργικότητα, ενεργειακές συνέργειες. Όλα αυτά, ακόμα και υπό κανονικές συνθήκες, λιγότερο εντάσσονται στη λογική μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής και περισσότερο στην επιλογή «στρατοπέδου». Το πρόβλημα είναι ότι η Κύπρος δεν διατήρησε την ισορροπία. Η σχέση με το Ισραήλ δεν παρουσιάστηκε ως μία από πολλές – παρουσιάστηκε ως στρατηγικός προσανατολισμός. Και μάλιστα σε μια περίοδο που η ισραηλινή ηγεσία υιοθετεί όλο και πιο συγκρουσιακή στάση και ο Νετανιάχου συμπεριφέρεται ως ένας παρανοϊκός της ευρύτερης περιοχής.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της κριτικής. Ανεξάρτητα από το εάν είναι λάθος ή όχι να συνεργάζεσαι με το Ισραήλ, είναι άκρως επικίνδυνο να εμφανίζεσαι ταυτισμένος με τον πιο επιθετικό πυρήνα ενός άξονα που συγκρούεται ανοιχτά με το Ιράν – και όχι μόνο με το Ιράν. Όταν η Λευκωσία δείχνει να στοιχίζεται χωρίς αποστάσεις με ΗΠΑ – Ισραήλ – ΗΒ, απομακρύνεται ταυτόχρονα από το φυσικό της στρατηγικό καταφύγιο: την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Κύπρος είναι κράτος-μέλος της ΕΕ. Αυτό δεν είναι απλώς οικονομική ιδιότητα, αλλά γεωπολιτικό κεφάλαιο. Σε μια περίοδο που η Ευρώπη επιχειρεί – έστω ατελώς – να κρατήσει αποστάσεις από τη λογική της ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, η Λευκωσία επέλεξε να προβάλλεται ως κομμάτι ενός πιο πολεμοχαρούς μπλοκ. Το αποτέλεσμα; Αντί να κεφαλαιοποιεί τη συμμετοχή της στην ευρωπαϊκή οικογένεια για διπλωματική κάλυψη, κινδυνεύει να εμφανιστεί ως περιφερειακός βραχίονας μιας άλλης στρατηγικής.

Περαιτέρω στρατιωτικοποίηση

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η άφιξη ελληνικών φρεγατών και πολεμικών αεροσκαφών στην Κύπρο – ανεξαρτήτως του πώς εντάσσεται επιχειρησιακά αυτή η κίνηση – προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο στρατιωτικοποίησης. Μπορεί να πρόκειται για κίνηση αποτροπής ή επίδειξη αλληλεγγύης. Ωστόσο, στο εξωτερικό ακροατήριο, η εικόνα είναι απλή: συγκέντρωση στρατιωτικών μέσων γύρω από ένα νησί που ήδη φιλοξενεί δυτικές βάσεις και διατηρεί στενή σχέση με το Ισραήλ. Σε συνθήκες οξυμένης αντιπαράθεσης με το Ιράν, αυτό δεν ερμηνεύεται ως ουδετερότητα.

Οι ανοιχτές απειλές της Τεχεράνης δεν αφήνουν περιθώρια αυταπάτης. Όταν ένα κράτος δηλώνει ότι θα θεωρεί στόχο όποιον διευκολύνει τους αντιπάλους του, η έννοια της «έμμεσης εμπλοκής» αποκτά πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η Κύπρος μπορεί να μην έχει πατήσει τη σκανδάλη. Όμως, εάν θεωρηθεί ότι προσφέρει υποδομή, διευκόλυνση ή κάλυψη, η διαχωριστική γραμμή θολώνει επικίνδυνα.

Η κυπριακή ηγεσία πίστεψε ότι η στενή πρόσδεση σε έναν ισχυρό άξονα θα λειτουργούσε αποτρεπτικά και θα ενίσχυε τη θέση της έναντι της Τουρκίας. Αυτή ήταν η στρατηγική λογική: αν σε βλέπουν ως μέρος ενός ισχυρού μπλοκ, θα διστάσουν να σε πιέσουν. Όμως η ίδια επιλογή δημιουργεί νέο ρίσκο: όταν το μπλοκ αυτό εμπλέκεται σε περιφερειακό πόλεμο, εσύ κληρονομείς τους εχθρούς του. Με τον Τραμπ το Λευκό Οίκο και τον Νετανιάχου γατζωμένο στην εξουσία στο Τελ Αβίβ, ο κίνδυνος παύει να είναι ένα ενδεχόμενο και γίνεται μία αναπόφευκτη συνθήκη.

Η απώλεια ισορροπίας και το δίλημμα

Το μεγαλύτερο στρατηγικό λάθος ίσως δεν είναι η συνεργασία καθαυτή, αλλά η απώλεια ισορροπίας. Η Κύπρος δεν αξιοποίησε επαρκώς την ιδιότητά της ως ευρωπαϊκού κράτους για να διαμορφώσει ένα πιο αυτόνομο προφίλ. Αντί να λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής, κινδυνεύει να καταγραφεί ως προκεχωρημένο φυλάκιο μιας σύγκρουσης που δεν εξυπηρετεί τα άμεσα συμφέροντά της.

Η Κύπρος βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα: θα συνεχίσει να βαθαίνει την ταύτισή της με έναν άξονα που συγκρούεται ανοιχτά με το Ιράν, αποδεχόμενη το κόστος; Ή θα επιχειρήσει επανατοποθέτηση, επενδύοντας περισσότερο στη θεσμική της ταυτότητα ως κράτος-μέλος της ΕΕ και σε μια πολυδιάστατη διπλωματία;

Σε περιόδους πολέμου, τα μικρά κράτη δεν έχουν την πολυτέλεια των μεγάλων. Η ισχύς τους βρίσκεται στην ευελιξία και στην ικανότητα να μην εγκλωβίζονται σε ξένες ατζέντες. Αν η Λευκωσία δεν ανακτήσει αυτή την ισορροπία, κινδυνεύει να ανακαλύψει ότι η αποτροπή που επιδίωξε μετατράπηκε σε έκθεση. Και τότε, ο πόλεμος των άλλων μπορεί να πάψει να είναι τόσο «μακριά» όσο φαινόταν.

Διαβάστε επίσης

Απόδημοι: Ανοιχτό το στοίχημα των 200 ψήφων για την επιστολική, δύσκολη η συναίνεση για την «τριεδρική»

Ιρανικό: Απότομη κλιμάκωση και για την Ελλάδα – Αεροναυτική στήριξη στην Κύπρο και ενημέρωση της αντιπολίτευσης για την εμπλοκή

Φάμελλος: Επιμένει στο αίτημα για Συμβούλιο Αρχηγών – Έκτακτη διαδικτυακή σύσκεψη της κοινοβουλευτικής ομάδας με φόντο το Ιράν

Πηγή: topontiki.gr

Back to top button