Δεύτερη θέση στις εκλογές: Eνα παιχνίδι για τρεις

Ο Ιανουάριος έκλεισε με μια «άβολη» εικόνα για τη Χαριλάου Τρικούπη: Μετά από καιρό το ΠΑΣΟΚ δημοσκοπικά βρέθηκε στην τρίτη θέση.
Η MRB κατέγραψε μια υψηλή δεξαμενή αναποφάσιστων και τη Πλεύση Ελευθερίας να “σκαρφαλώνει” στη δεύτερη θέση που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε μονοπώλιο του ΠΑΣΟΚ, το υπό συζήτηση «κόμμα Τσίπρα» εμφανίζεται, πτωτικό ενώ το υπό ίδρυση κόμμα Καρυστιανου με δυναμική.
Ο Φεβρουάριος είναι ο μήνας που τα δύο υπό διαμόρφωση εγχειρήματα Καρυστιανού και Τσίπρα έχουν κίνητρο να πατήσουν γκάζι: να ρίξουν “θέσεις” στο τραπέζι, να δοκιμάσουν αντανακλαστικά της κοινωνίας και να μετρήσουν αν υπάρχει πραγματικός χώρος ή απλώς θόρυβος. Τις τελευταίες μέρες κυκλοφόρησε και η πληροφορία ότι σε μια δημοσκόπηση που δεν δημοσιοποιήθηκε μέτρησε σε πρόθεση ψήφου και τους δύο υπό διαμόρφωση σχηματισμούς, κατατάσσοντας δεύτερη την κ. Καρυστιανού, τρίτο το κόμμα Τσίπρα και τέταρτο το ΠΑΣΟΚ.
Αν και υπάρχει αμφισβήτηση γενικά το να μπαίνουν στην πρόθεση ψήφου κόμματα τα οποία δεν έχουν δημιουργηθεί το στοιχείο μπορεί να αξιολογηθεί ως ένδειξη του κλίματος: ότι ο ανταγωνισμός για τη δεύτερη θέση δεν είναι πλέον αποκλειστικά υπόθεση της Χαριλάου Τρικούπη και ότι οι «νέοι» παίκτες –αν προχωρήσουν– μπορούν να αναδιατάξουν τις ισορροπίες.
Γιατί η δεύτερη θέση χωράει… τρεις
Η δεύτερη θέση, στην πραγματικότητα, δεν είναι απλώς «ποιος βγαίνει δεύτερος». Είναι ποιος κατοχυρώνεται ως βασικός αντίπαλος εξουσίας δηλαδή ποιος παίρνει τον ρόλο του «επόμενου» στην αντίληψη ενός τμήματος του εκλογικού σώματος. Εκεί ακριβώς γίνεται ο καβγάς.
Το ΠΑΣΟΚ: Θέλει να κλειδώσει ότι είναι ο μόνιμος κορμός της κεντροαριστεράς και κεντρογενούς αντιπολίτευσης, με οργανωτική επάρκεια, στελεχιακό βάθος και θεσμικό ύφος. Για κάποιους ίσως το πρόβλημα να είναι ότι το “θεσμικό” σήμερα ακούγεται σαν “λίγο”, ειδικά όταν υπάρχει θυμός και κόπωση αλλά και ζήτηση για πιο αιχμηρή αντι-συστημική γλώσσα. Η εικόνα του στην τρίτη θέση σπάει το αφήγημα «είμαστε η εναλλακτική».
Ο Τσίπρας: Ο Αλέξης Τσίπρας, παρότι διατηρεί υψηλή αναγνωρισιμότητα, αντιμετωπίζει το πρόβλημα της «οροφής». Το rebranding του βρίσκει ανταπόκριση στον σκληρό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ (90%) και της Νέας Αριστεράς, αλλά δυσκολεύεται να διεισδύσει στο κέντρο. Παίζει στο πεδίο του brand-name, της επιστροφής και της “δεύτερης ζωής”.
Όμως η παγίδα ειναι διπλή:
Πρώτον, το “νέο” πρέπει να φαίνεται νέο σε πρόσωπα απόψεις, θέσεις , ατζέντα, αλλιώς μοιάζει με ανανέωση χωρίς αποτέλεσμα
Δεύτερον, πολλές μετρήσεις δείχνουν ότι το υπό διαμόρφωση σχήμα δεν απογειώνεται αυτόματα άρα χρειάζεται πολιτική πρόταση που να μην είναι απλώς «θυμηθείτε με». Η MRB καταγράφει πτωτική τάση για το υποθετικό «κόμμα Τσίπρα», στοιχείο που λειτουργεί σαν καμπανάκι: αν δεν δώσει “λογο” ύπαρξης, θα τον καταπιεί το κλίμα ρευστότητας.
Η Καρυστιανού: Πατάει σε κάτι πολύ ισχυρό επικοινωνιακά το συναίσθημα, την ηθική αγανάκτηση και μια αντι-ελίτ διάθεση που τροφοδοτείται από την αίσθηση αδικίας. Αυτό μπορεί να φτιάξει πολύ γρήγορα ποσοστό “πρόθεσης”, ειδικά όταν μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας δηλώνει ότι σκέφτεται να στηρίξει νέο κόμμα.
Αλλά η δυσκολία της είναι σκληρή: πρέπει να μετατρέψει την ηθική νομιμοποίηση σε πολιτικό πρόγραμμα και στελέχωση χωρίς να χάσει την αυθεντικότητα. Εκεί κρίνονται όλα. Άλλωστε πρόσφατη μέτρηση έδειξε ότι ένα μεγάλο ποσοστό ερωτηθέντων δεν την θεωρεί έτοιμη να γίνει πολιτικός ενώ στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός προς το παρόν συγκεντρώνει ποσοστό 2%.
Ο Φεβρουάριος ως μήνας “τεστ αντοχής”
Οι μηνιαίες δημοσκοπήσεις του Φεβρουαρίου θα μετρήσουν κάτι πιο κρίσιμο από ποσοστά: αν η τρίτη θέση του ΠΑΣΟΚ ήταν συγκυριακή ή δομική. Το γεγονός ότι άλλες μετρήσεις το δείχνουν δεύτερο πχ η ALCO και άλλες το ρίχνουν τρίτο δηλαδή η MRB δείχνει μια ρευστότητα που δεν έχει “δέσει” και επηρεάζεται από την επικαιρότητα, την συσπείρωση και την αποσυσπείρωση λόγω και των εσωκομματικών αντιθέσεων που ταλανίζουν το κίνημα.
Για το ΠΑΣΟΚ, η πρόκληση είναι διπλή και, κατά μία έννοια, αντιφατική. Από τη μία, ο στόχος είναι να κατοχυρώσει ότι αποτελεί τον βασικό κορμό μιας αντιπολίτευσης που δεν εξαντλείται σε κραυγές. Από την άλλη, ακριβώς αυτή η «νηφάλια» γλώσσα κινδυνεύει να εκληφθεί ως αδυναμία σε μια συγκυρία όπου η αγορά ψήφου επιζητεί καθαρά μηνύματα, ευθύνη προσώπων και χειροπιαστές δεσμεύσεις. Το ΠΑΣΟΚ έχει την οργανωτική υποδομή και τη θεσμική επάρκεια· αυτό που δεν έχει ακόμη πείσει επαρκώς είναι ότι διαθέτει πολιτικό αφήγημα που να διαπερνά την καθημερινότητα και να δίνει αίσθηση κατεύθυνσης. Η τρίτη θέση όμως ακόμη κι αν αποδειχθεί περιστασιακή, λειτουργεί ως επικοινωνιακός καταλύτης: ακυρώνει το αυτονόητο της «δεύτερης δύναμης» και υποχρεώνει σε επιτάχυνση, όχι σε διαχείριση.
Ο Τσίπρας, κινείται στο πεδίο της επιστροφής. Σε ένα πολιτικό περιβάλλον που ανακυκλώνει διαρκώς πρόσωπα και σχήματα, η επιστροφή έχει πάντοτε ένα πρώτο επικοινωνιακό πλεονέκτημα: τραβάει τα φώτα. Όμως αυτό διαρκεί λίγο. Και αυτό φάνηκε από την μείωση των ποσοστών του στις τελευταίες δημοσκοπήσεις. Το πραγματικό ζητούμενο είναι αν η επιστροφή μπορεί να μετατραπεί σε «νέα αρχή» και όχι σε νοσταλγία ή σε προσωπική ρεβάνς. Ο ίδιος, εφόσον προχωρήσει σε επόμενο βήμα, θα χρειαστεί να λύσει δύο δύσκολους γρίφους. Πρώτον, πώς θα εμφανίσει κάτι πραγματικά νέο χωρίς να αποκόψει την αναγνωρισιμότητα που κουβαλά. Δεύτερον, πώς θα πείσει ότι το εγχείρημα δεν θα είναι παρακλάδι του παλιού, αλλά πολιτική πρόταση με σοβαρή κοινωνική απεύθυνση. Ο Φεβρουάριος για τον Τσίπρα είναι μήνας απόδειξης ότι δεν αρκεί η μνήμη· χρειάζεται αιτιολόγηση ύπαρξης.
Η Καρυστιανού, κινείται σε διαφορετική σφαίρα: ηθική νομιμοποίηση και συμβολικό κεφάλαιο. Σε περιόδους χαμηλής εμπιστοσύνης στους θεσμούς, οι φωνές που ενσαρκώνουν οργή, αίσθηση αδικίας ή αίτημα κάθαρσης έχουν την ικανότητα να συγκεντρώνουν γρήγορα στήριξη, ιδίως ως «υπόσχεση ρήξης». Αυτό το πλεονέκτημα, όμως, έχει και το τίμημά του. Η μετατροπή του συμβολικού σε πολιτικό απαιτεί πρόγραμμα, στελέχωση, καθαρές θέσεις σε δύσκολα ζητήματα και, κυρίως, αντοχή στη φθορά της καθημερινής πολιτικής. Ήδη το γεγονός ότι οι συνεργάτες της επέλεξαν να αποσυρθεί προς το παρόν από τα φώτα της δημοσιότητας μετά τις δηλώσεις για τις αμβλώσεις και τα περί προδοσίας στα εξωτερικά θέματα δείχνει ότι το εγχείρημα δεν είναι τόσο εύκολο όσο φαινόταν στην αρχή.
Το πέρασμα από την κοινωνική συνθήκη στην πολιτική και κομματική δομή είναι το σημείο όπου οι περισσότεροι «καινούργιοι» παίκτες είτε ωριμάζουν είτε λυγίζουν. Αν πράγματι επιλέξει να πατήσει ξανά γκάζι με δημόσιες τοποθετήσεις, ο κίνδυνος είναι προφανής: θα μπορέσει να πει πράγματα που δεν θα γυρίσουν μπούμερανγκ; Παρά τις αναφορές περί κινήματος πολιτών θα μοιάσει με κλασικό κόμμα και θα χάσει την αυθεντικότητά της ή θα μείνει στην καταγγελία και θα της ζητηθεί –δικαίως– το «και μετά τι;».
Η μεγάλη εικόνα
Η δεύτερη θέση δεν θα κριθεί μόνο από το “ποιος ανεβαίνει”. Θα κριθεί από το ποιος αντέχει όταν η κουβέντα πάει από το συναίσθημα στη δομή: οργανώσεις, υποψήφιοι, συμμαχίες, κυβερνησιμότητα. Και εδώ υπάρχει και το υπονοούμενο της περιόδου: όσο η αυτοδυναμία φαίνεται λιγότερο βέβαιη, μεγαλώνει η πίεση για καθαρές απαντήσεις περί συνεργασιών.
Με απλά λόγια ο Φεβρουάριος είναι μήνας όπου οι τρεις παίκτες παίζουν διαφορετικό άθλημα στο ίδιο γήπεδο. Το ΠΑΣΟΚ παίζει κυβερνησιμότητα, στελέχη με εμπειρία, αντοχή, θεσμικότητα. Ο Τσίπρας παίζει επανεκκίνηση και υπέρβαση του παρελθόντος η Καρυστιανού παίζει κοινωνικό κύμα και αυθεντικότητα. Η δεύτερη θέση χωράει και τους τρεις αλλά μόνο ένας θα την κάνει “σπίτι του”. Οι άλλοι δύο θα μείνουν… φιλοξενούμενοι, μέχρι να τελειώσει η υπομονή του κοινού.
Διαβάστε επίσης:
ΠΑΣΟΚ: Μηνύματα εντός και εκτός για μη συναίνεση στη Νέα Δημοκρατία
ΚΚΕ – 22ο Συνέδριο: Κόμμα «παντός καιρού», νέα ενισχυμένη σύνθεση των οργάνων








