Εξεταστική ΟΠΕΚΕΠΕ: Η ΝΔ «απαλλάσσει» Βορίδη – Αυγενάκη, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ ζητούν την παραπομπή τους σε Προανακριτική
Ούτε κατ’ ελάχιστο, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν συγκλίνουν κυβερνητική πλειοψηφία και αντιπολίτευση στα πορίσματά τους για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών της Εξεταστικής Επιτροπής. Με δεδομένο ότι σήμερα έληγε η προθεσμία της υποβολής των πορισμάτων στον Πρόεδρο της Εξεταστικής Επιτροπής, Ανδρέα Νικολακόπουλο ώστε να συζητηθούν σε συνεδρίαση της Επιτροπής την Πέμπτη, ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά έδωσαν στη δημοσιότητα τα πορίσματά τους. ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά κατέθεσαν κοινό πόρισμα, ενώ το ΚΚΕ δεν κατέθεσε ζητώντας να συνεχιστεί η Εξεταστική, επιφυλασσόμενο για τις επόμενες μέρες.
Κατά τη ΝΔ από την διαδικασία δεν προέκυψαν ενδείξεις για τέλεση ποινικών αδικημάτων από τους Βορίδη και Αυγενάκη, επομένως, κατά τη γαλάζια πλειοψηφία, η επιλογή για Εξεταστική αποδεικνύεται θεσμικά ορθή.
Αντιθέτως ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά θεωρούν ότι προκύπτουν σαφέστατα ενδείξεις για ποινικές ευθύνες, αλλά και για προσπάθεια συγκάλυψης από την πλευρά της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Επίσης, και τα τρία κόμματα θεωρούν ότι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν οφείλεται σε διαχρονικές παθογένειες όπως υποστηρίζει η ΝΔ, αλλά σε συστηματική δράση διοικητικών και υπηρεσιακών παραγόντων με την πολιτική ανοχή και κάλυψη των πολιτικών προσώπων που περιγράφει η δικογραφία της ευρωπαϊκής εισαγγελίας. Έτσι, και τα τρία κόμματα, εντοπίζοντας ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες, με βάση και την αποδεικτική διαδικασία, ζητούν σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής για περαιτέρω διερεύνηση.
Πόρισμα ΝΔ: Δεν υπάρχουν ποινικές ευθύνες υπουργών – Φταίνε οι διαχρονικές παθογένειες, ο ΣΥΡΙΖΑ και οι «πράσινοι» κουμπάροι
Σύμφωνα με το πόρισμα της Νέας Δημοκρατίας, δεν στοιχειοθετούνται ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων. Η κυβερνητική παράταξη στο πόρισμά της αναδεικνύει ως κεντρικά συμπεράσματα όσα ανέδειξε και κατά τη διάρκεια των εργασιών ότι δηλαδή ότι η σύσταση Εξεταστικής ήταν ορθή καθώς δεν προέκυψαν ποινικές ευθύνες υπουργών, ότι για την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ ευθύνονται διαχρονικές παθογένειες, και πελατειακές πρακτικές που συνδέουν με το ΠΑΣΟΚ και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει σοβαρές ευθύνες για την «τεχνική λύση».
Αναλυτικά γαλάζιες κοινοβουλευτικές πηγές ανέφεραν, προς στήριξη του επιχειρήματος της κυβερνητικής πλειοψηφίας ότι η Επιτροπή λειτούργησε με γνώμονα την πλήρη διερεύνηση της υπόθεση πως:
Η Επιτροπή λειτούργησε επί πέντε μήνες.
Πραγματοποιήθηκαν 50 συνεδριάσεις, συνολικής διάρκειας περίπου 350 ωρών.
Κατέθεσαν 76 μάρτυρες, εκ των οποίων 55 αφορούσαν την περίοδο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας.
Η έκταση της διαδικασίας και ο αριθμός των μαρτύρων καταδεικνύουν τη βούληση της κυβερνητικής πλειοψηφίας για πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης. Ως κεντρικά συμπεράσματα αναδεικνύονται τα εξής:
Η επιλογή της σύστασης Εξεταστικής -και όχι Προανακριτικής- Επιτροπής αποδείχθηκε θεσμικά ορθή. Από τις καταθέσεις κρίσιμων μαρτύρων, όπως του πρώην Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κ. Στ. Αραχωβίτη, καθώς και της κυρίας Π. Τυχεροπούλου, δεν προέκυψαν ποινικές ευθύνες για τους πρώην Υπουργούς Μάκη Βορίδη και Λευτέρη Αυγενάκη.
Τα προβλήματα που εντοπίστηκαν στον Οργανισμό δεν είναι συγκυριακά, αλλά διαχρονικά και διακομματικά.
Η περίοδος διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ συνδέεται με σοβαρές ευθύνες ως προς την ορθή εφαρμογή της λεγόμενης «τεχνικής λύσης».
Αναδείχθηκαν φαινόμενα που παραπέμπουν σε πελατειακές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων προσώπων που συνδέονται και με το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής και τον πρόεδρό του, κ. Νίκο Ανδρουλάκη, όπως οι κουμπάροι του από την Κρήτη.
Μη στοιχειοθέτηση ποινικών ευθυνών πολιτικών προσώπων
Στο πόρισμα της ΝΔ τονίζεται πως δεν υπάρχουν ενδείξεις για ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες των Βορίδη – Αυγενάκη:
Αποδείχθηκε ότι ο κ. Βορίδης ουδέποτε παρενέβη στη διεξαγωγή των ελέγχων, ούτε επεδίωξε να αναμειχθεί με ελέγχους ή αποδεσμεύσεις συγκεκριμένων ΑΦΜ. Περαιτέρω, η εφαρμογή της τεχνικής λύσης με δεδομένη την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί μέχρι το 2019 αποτελούσε μονόδρομο, για την οποιαδήποτε επόμενη κυβέρνηση. Και τούτο διότι δεν είχαν προχωρήσει τα διαχειριστικά σχέδια βόσκησης ή μια σειρά άλλων διοικητικών πράξεων που θα οδηγούσαν στην εφαρμογή οποιασδήποτε άλλης λύσης.
Ομοίως και στην περίπτωση του κ. Αυγενάκη, προκύπτει, από το συνδυασμό των αποδεικτικών στοιχείων, ότι δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η ειδική υπόσταση του αδικήματος της συνέργειας ή/και της ηθικής αυτουργίας σε απιστία. Οι αβασίμως αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις, απορρέουν αποκλειστικά και μόνο από τηλεφωνικές επικοινωνίες τρίτων προσώπων και όχι κάποια δική του ενέργεια ή άλλο στοιχείο.
Τονίζουν ακόμα τα εξής: «Το γεγονός δε της παρότρυνσης εκ μέρους του Υπουργού προς τους αρμόδιους για ολοκλήρωση των ελέγχων, την αποδέσμευση και πληρωμή μόνο των ΑΦΜ που πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις, τη διατήρηση της δέσμευσης και ταυτόχρονα την αποστολή στη Δικαιοσύνη των ΑΦΜ που δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν στοιχειοθετεί ποινικά ελέγξιμη πράξη, αλλά ενέργεια πλήρως προσανατολισμένη με το καθήκον άσκησης της διοικητικής εποπτείας.
Οι ίδιες κοινοβουλευτικές πηγές τονίζουν εν είδει πολιτικής δέσμευσης πως «η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας συνεχίζει με συνέπεια τις μεταρρυθμίσεις στον πρωτογενή τομέα, με στόχο οι ενισχύσεις να κατευθύνονται αποκλειστικά στους έντιμους και πραγματικούς δικαιούχους — γεωργούς, κτηνοτρόφους, αλιείς και μελισσοκόμους — προστατεύοντας τόσο τους παραγωγούς όσο και το δημόσιο συμφέρον».
Πόρισμα ΠΑΣΟΚ: Ζητά Προανακριτική για Βορίδη και Αυγενάκη – Καταλογίζει κυβερνητική συγκάλυψη
Ενδείξεις για ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες των αρμόδιων υπουργών Μάκη Βορίδη και Λευτέρη Αυγενάκη, «βλέπει» το ΠΑΣΟΚ στο πλαίσιο του 150σέλιδου πορίσματός του, το οποίο κατέθεσε στον Πρόεδρο της Επιτροπής.
Ως εκ τούτου, εκτιμά ότι είναι επιβεβλημένη η διενέργεια Προανακριτικής Επιτροπής με δυνατότητα επέκτασης της διερεύνησης αν υπάρξει νέο διαβιβαστικό ή αν αναδειχθούν ευθύνες και για άλλα πολιτικά πρόσωπα ή για νέα αδικήματα.
Ειδικότερα, εντοπίζει και για τους δύο υπουργούς ενδείξεις για συνέργεια σε απιστία κατ’ εξακολούθηση, σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ ενώ ειδικά για τον Λευτέρη Αυγενάκη εντοπίζει και ενδείξεις τέλεσης της πράξης της ηθικής αυτουργίας σε απιστία, τετελεσμένης και σε απόπειρα.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με αρμόδιες κοινοβουλευτικές πηγές από την αποδεικτική διαδικασία, την διαβιβασθείσα δικογραφία και τις μαρτυρικές καταθέσεις «προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης, από τους πρώην Υπουργούς Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Μαυρουδή Βορίδη και κ. Ελευθερίου Αυγενάκη, της πράξης της συνέργειας σε απιστία κατ’ εξακολούθηση, σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ζημία που υπερβαίνει το όριο των 120.000 ευρώ».
Περαιτέρω, «ως προς τον κ. Ελευθέριο Αυγενάκη, ειδικά σε σχέση με τις έντονες πιέσεις που φέρεται να ασκήθηκαν για αποδεσμεύσεις ύποπτων ΑΦΜ και καταβολές σε πρόσωπα που δεν πληρούσαν νόμιμες προϋποθέσεις, προκύπτουν επιπρόσθετα ενδείξεις τέλεσης της πράξης της ηθικής αυτουργίας σε απιστία, τετελεσμένης και σε απόπειρα, με ζημία που υπερβαίνει το ίδιο όριο».
Κατά συνέπεια, καταλήγουν οι κοινοβουλευτικές πηγές του ΠΑΣΟΚ «με γνώμονα την αποκατάσταση της νομιμότητας, τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, την προστασία των πραγματικών δικαιούχων των αγροτικών ενισχύσεων και την αποτροπή της θεσμικής ατιμωρησίας, καθίσταται προδήλως επιβεβλημένη η διενέργεια ποινικής προκαταρκτικής εξέτασης κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος για τη διερεύνηση των ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών των ως άνω πρώην μελών της Κυβέρνησης, με δυνατότητα περαιτέρω επέκτασης της διερεύνησης σε περίπτωση διαβίβασης ή ανάδειξης νέων στοιχείων για έτερα πολιτικά πρόσωπα ή άλλες αξιόποινες πράξεις».
Το ΠΑΣΟΚ στο πόρισμά του κάνει λόγο για «κυβερνητική συγκάλυψη» καθώς αποδίδει στην λειτουργία της Εξεταστικής Επιτροπής προσπάθειας «συνειδητής και οργανωμένης μεθόδευσης της Νέας Δημοκρατίας για την αποτροπή του ελέγχου των πρώην Υπουργών της από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές και τη συγκάλυψη της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ».
Όπως αναφέρουν κοινοβουλευτικές πηγές:
«Η κυβερνητική πλειοψηφία, σε πρώτο στάδιο, απέκλεισε την ποινική διερεύνηση, απορρίπτοντας την πρόταση του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής για σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής, μέσω μιας διαδικασίας που δεν πληρούσε τις συνταγματικές και κανονιστικές προϋποθέσεις εγκυρότητας: με εκτεταμένη χρήση επιστολικής ψήφου, με μαζικές απουσίες βουλευτών από την Ολομέλεια και χωρίς να συντρέχουν οι όροι έγκυρης λήψης απόφασης κατά το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής.
Επισημαίνεται ότι η ανωτέρω διαδικασία δεν συνιστά απόφαση ληφθείσα κατά το άρθρο 86 του Συντάγματος, δεν παράγει δεδικασμένο και δεν κωλύει επόμενη Βουλή να αποφασίσει τη σύσταση Επιτροπής Προκαταρκτικής Εξέτασης, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο Σύνταγμα και τον νόμο.
Στη συνέχεια χρησιμοποίησε την Εξεταστική ως υποκατάστατο ελέγχου – πλυντήριο ευθυνών, πλήρως ελεγχόμενο ως προς τη σύνθεση, το εύρος της έρευνας, την επιλογή μαρτύρων και τη διαχείριση του αποδεικτικού υλικού.
Μέσω επιλεκτικών αποκλεισμών, περιορισμού της αποδεικτικής βάσης και συστηματικής μετατόπισης του αντικειμένου της συζήτησης, η Εξεταστική απογυμνώθηκε από τις θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αποτελεσματικότητας που επιβάλλουν το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής. Αντί να λειτουργήσει ως μέσο διαλεύκανσης, λειτούργησε ως μηχανισμός καθυστέρησης και αποδυνάμωσης της έρευνας.
Κατά συνέπεια, η παρούσα Εξεταστική Επιτροπή επιβεβαίωσε πλήρως ότι στόχος της κυβερνητικής πλειοψηφίας της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν η λογοδοσία, αλλά η συγκάλυψη».
«Εγκληματική οργάνωση»
Ακόμα το ΠΑΣΟΚ, κάνει λόγο για συγκρότηση «εγκληματικής οργάνωσης» εντός του ΟΠΕΚΕΠΕ, επισημαίνοντας τα εξής:
«Από το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που προέκυψαν τόσο από τη διαβιβασθείσα στη Βουλή ποινική δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΑΒΜ ΕΕΕ 2024/98 – Reference Number 1299/2024), όσο και από τα αποδεικτικά στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της Εξεταστικής Επιτροπής, προκύπτουν σοβαρές και συγκλίνουσες ενδείξεις ότι κατά την περίοδο 2019–2024 συγκροτήθηκε και λειτούργησε οργανωμένος μηχανισμός παράνομης ιδιοποίησης κοινοτικών πόρων, οι οποίοι καταβάλλονται στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής προς τους Έλληνες γεωργούς και κτηνοτρόφους.
Ο μηχανισμός αυτός, όπως σκιαγραφείται στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, εμφανίζει χαρακτηριστικά οργανωμένης εγκληματικής δράσης, με κατανομή ρόλων και διαρκή λειτουργία, και φέρεται ότι περιλάμβανε πρόσωπα από διαφορετικούς κρίκους της αλυσίδας: προέδρους, αντιπροέδρους, μέλη διοικητικών συμβουλίων και διευθυντικά στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ, υπηρεσιακά στελέχη του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, εκπροσώπους Κέντρων Υποδοχής Δηλώσεων, στελέχη φορέων που σχετίζονται με τον τεχνικό σχεδιασμό και υποστήριξη των πληροφοριακών συστημάτων, καθώς και αιτούντες ενισχύσεων στο πλαίσιο του Καθεστώτος Βασικής Ενίσχυσης.
Σκοπός του μηχανισμού ήταν η καταβολή πολύ μεγάλων χρηματικών ποσών, συνολικού ύψους που δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως αλλά, με βάση τη φύση και την κλίμακα των περιγραφόμενων πρακτικών, ανέρχεται οπωσδήποτε σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, σε πρόσωπα που εμφανίζονταν ως δικαιούχοι μέσω τεχνητής και εν τέλει απατηλής «πλήρωσης» των νομίμων προϋποθέσεων. Η επίτευξη του σκοπού αυτού φέρεται να στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, σε: (α) κατανομή δικαιωμάτων πληρωμής από το Εθνικό Απόθεμα, (β) ψευδείς δηλώσεις ζωικού κεφαλαίου ή εκτάσεων, (γ) παρεμπόδιση ουσιαστικών ελέγχων ανίχνευσης και διερεύνησης περιπτώσεων απάτης, (δ) ματαίωση ενεργειών ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, και (ε) διοικητικές παρεμβάσεις και οργανωτική εξάρτηση που καθιστούσαν τον ΟΠΕΚΕΠΕ ανεπαρκώς θωρακισμένο έναντι των καταχρήσεων.
Στα στοιχεία της δικογραφίας και στις καταθέσεις ενώπιον της Επιτροπής που αξιολογήθηκαν, αποτυπώνονται πρακτικές διευκόλυνσης της παράνομης δράσης, όπως: περιορισμός των εξουσιών των ελεγκτών μέσω τροποποιήσεων εγκυκλίων και διαδικασιών ελέγχου, παρεμπόδιση εισαγωγής αποτελεσματικών μεθόδων ανίχνευσης και ελέγχου, στοχοποίηση και διώξεις υπαλλήλων που εντόπιζαν παρακάμψεις της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας μέσω πειθαρχικών ή και ποινικών διαδικασιών, πλήρης τεχνική και λειτουργική εξάρτηση κρίσιμων δομών του ΟΠΕΚΕΠΕ από εξωτερικές τεχνικές υπηρεσίες και συμβούλους, καθώς και παρεμβάσεις σε ελέγχους ή στη ροή πληροφοριών.
Με βάση τα προεκτεθέντα, και με δεδομένο ότι οι διοικήσεις και τα αρμόδια υπηρεσιακά στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ ασκούσαν, κατά νόμο, διαχειριστική εξουσία επί των κοινοτικών ενισχύσεων ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ ετησίως, προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι υπηρεσιακά και διοικητικά στελέχη του Οργανισμού, εν γνώσει τους και με επανειλημμένες πράξεις που συγκροτούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, προκάλεσαν ιδιαίτερα μεγάλη οικονομική βλάβη στην περιουσία που όφειλαν να διαχειρίζονται επιμελώς, διαθέτοντας παρανόμως και αχρεωστήτως κοινοτικούς πόρους σε πρόσωπα που δεν πληρούσαν τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Η ως άνω συμπεριφορά ερείδεται σε συγκεκριμένες μεθοδολογίες καταστρατήγησης της νομιμότητας και σε πρακτικές συστηματικής αποδυνάμωσης των δικλίδων ελέγχου. Ως εκ τούτου, στοιχειοθετούνται, σε επίπεδο σοβαρών ενδείξεων, πράξεις που συναρτώνται με κακουργηματική απιστία κατ’ εξακολούθηση σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν συνιστούν απλή διοικητική δυσλειτουργία ούτε «διαχρονική παθογένεια». Συγκροτούν ένα συνεκτικό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο ενεργειών και παραλείψεων: κατανομές και πληρωμές χωρίς πραγματική παραγωγική δραστηριότητα, αποδυνάμωση των ελέγχων, παρεμβάσεις για αποδεσμεύσεις και στοχοποίηση όσων επιχείρησαν να εφαρμόσουν τη νομιμότητα. Υπό το πρίσμα αυτό, τα ευρήματα της δικογραφίας και της αποδεικτικής διαδικασίας επιβάλλουν την αξιολόγηση του πλαισίου ευθυνών ιδίως ως προς πρόσωπα που είχαν θεσμική αρμοδιότητα εποπτείας και κατεύθυνσης του Οργανισμού».
Οι θεσμικές στρεβλώσεις στον έλεγχο ποινικών ευθυνών πολιτικών προσώπων
Από το ΠΑΣΟΚ αναδεικνύουν στα συμπεράσματά τους και τα θεσμικά ελλείμματα που αναδείχθηκαν με την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, στη διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών πολιτικών προσώπων.
Μεταξύ άλλων επισημαίνουν:
«Η υπόθεση του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ ανέδειξε με τον πλέον εμφατικό τρόπο σοβαρά και διαρθρωτικά ελλείμματα στο ισχύον συνταγματικό και κανονιστικό πλαίσιο ελέγχου ποινικών ευθυνών πολιτικών προσώπων, καθώς και στη λειτουργία των κοινοβουλευτικών εξεταστικών επιτροπών. Τα ελλείμματα αυτά δεν αποτελούν αφηρημένες θεσμικές αδυναμίες, αλλά λειτούργησαν στην πράξη ως εργαλεία αποφυγής του δικαστικού ελέγχου και υπονόμευσης της λογοδοσίας. Ειδικότερα, η εφαρμογή του άρθρου 86 του Συντάγματος, όπως αποτυπώθηκε στην παρούσα υπόθεση, επιβεβαιώνει ότι το ισχύον καθεστώς ευθύνης Υπουργών εξακολουθεί να παρέχει δυνατότητες πολιτικής διαχείρισης και αποφυγής της ποινικής διερεύνησης πολιτικών προσώπων, όχι μόνο σε υποθέσεις με αποκλειστικά εθνικό ενδιαφέρον αλλά ακόμη και σε υποθέσεις σοβαρής βλάβης των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Κι ακόμα τονίζουν πως «η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ανέδειξε με τρόπο αδιαμφισβήτητο τα όρια και τις στρεβλώσεις του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας. Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στους δημοκρατικούς θεσμούς προϋποθέτει γενναίες και ουσιαστικές θεσμικές παρεμβάσεις, οι οποίες θα διασφαλίζουν ότι κανένα πολιτικό πρόσωπο δεν απολαμβάνει προνομιακή μεταχείριση έναντι της ποινικής δικαιοσύνης, καμία κοινοβουλευτική διαδικασία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο ή εμπόδιο του δικαστικού ελέγχου και καμία σοβαρή υπόθεση διαχείρισης δημοσίου χρήματος δεν μπορεί να συγκαλύπτεται».
773ee4e780acca51dbe6719275f97ddcΛήψη
Κοινό πόρισμα ΣΥΡΙΖΑ και ΝΕΑΡ, επιμένουν σε Προανακριτική για Βορίδη και Αυγενάκη– Καταλογίζουν πολιτικές ευθύνες και σε Μητσοτάκη
Πολιτικές ευθύνες στους αρμόδιους υπουργούς Βορίδη και Αυγενάκη, το Μαξίμου αλλά και το σύνολο της κυβέρνησης καταλογίζουν στο κοινό τους πόρισμα για τον ΟΠΕΚΕΠΕ ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και η Νέα Αριστερά. Όπως υποστηρίζουν πρόκειται για ένα σκάνδαλο ΝΔ καθώς τα στοιχεία και οι μαρτυρίες περιγράφουν μια «συστηματική πρακτική με διοικητική συνέχεια και πολιτική ανοχή».
Ωστόσο, ειδικά για τους δύο υπουργούς, τα δύο κόμματα εντοπίζουν, πέραν των σαφών πολιτικών ευθυνών, και ενδείξεις για ποινικές ευθύνες. Έτσι, ζητούν, όπως και στην αρχή, σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής για την διενέργεια προκαταρκτικής Εξέτασης για τα αδικήματα της συνέργειας σε κατάχρηση κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ηθικής αυτουργίας στην τέλεση κατάχρησης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 70σέλιδο κείμενο του πορίσματος υπογράφουν οι βουλευτές Βασίλης Κόκκαλης, Αλέξανδρος Μεικόπουλος και Κώστας Μπάρκας από τον ΣΥΡΙΖΑ και ο Χουσεϊν Ζεϊμπέκ από τη Νέα Αριστερά.
Αναλυτικά, πηγές του ΣΥΡΙΖΑ αναφέρουν τα εξής:
«Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν αποτελεί μια απλή διοικητική αστοχία. Είναι μια βαθιά πολιτική υπόθεση, με σαφές αποτύπωμα εξουσίας και ευθύνη, που εκτείνεται πέρα από τα επιμέρους πρόσωπα και αφορά στο σύνολο της κυβερνητικής περιόδου της Νέας Δημοκρατίας. Αποκαλύπτεται ένα σύστημα τεχνητής δημιουργίας «επιλεξιμότητας», παράκαμψης ελέγχων και διανομής κοινοτικών ενισχύσεων σε εικονικούς ή μη δικαιούχους αποδέκτες, με πιθανή ζημία εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των πραγματικών αγροτών.
Οι μαρτυρίες, οι νόμιμες συνακροάσεις και το διαβιβαστικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν περιγράφουν μια μεμονωμένη απόκλιση. Περιγράφουν μια συστηματική πρακτική με διοικητική συνέχεια και πολιτική ανοχή. Δημόσια γη εμφανίζεται να αξιοποιείται ως μηχανισμός κατανομής ενισχύσεων, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί αποδυναμώνονται και οι προειδοποιήσεις δεν οδηγούν σε θεσμική θωράκιση. Οι πολιτικές ευθύνες των αρμόδιων υπουργών είναι σαφείς.
Ο Μάκης Βορίδης, κατά τη θητεία του, δεν διασφάλισε ουσιαστική εποπτεία, δεν επέβαλε αποτελεσματικούς ελέγχους και – σύμφωνα με τα στοιχεία – δεν ανέκοψε ένα σύστημα που δημιουργούσε τεχνητές προϋποθέσεις λήψης ενισχύσεων.
Ο Λευτέρης Αυγενάκης, αντί να προχωρήσει σε εξυγίανση, φέρεται να διατήρησε ένα πλαίσιο διοικητικής αστάθειας, με πιέσεις για αποδεσμεύσεις μπλοκαρισμένων ΑΦΜ και πληρωμές, ενώ εκκρεμούσαν έλεγχοι.
Ωστόσο, σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης που αυτοχαρακτηρίζεται «Επιτελικό Κράτος», η ευθύνη δεν σταματά στους υπουργούς. Η συγκέντρωση αρμοδιοτήτων και ο κεντρικός έλεγχος από το πρωθυπουργικό γραφείο σημαίνουν και συγκεντρωμένη πολιτική ευθύνη. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επενδύσει πολιτικά στο αφήγημα της απόλυτης κεντρικής εποπτείας και του στενού συντονισμού. Επομένως, τα ερωτήματα είναι αμείλικτα:
Ή γνώριζε για τις σοβαρές αδυναμίες, τις καταγγελίες και τον κίνδυνο δημοσιονομικών διορθώσεων και δεν παρενέβη — άρα φέρει πολιτική ευθύνη ανοχής.
Ή δεν γνώριζε — άρα καταρρέει το ίδιο το αφήγημα του επιτελικού, αποτελεσματικού κράτους.
Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη δεν μπορεί να διαχέεται. Όταν η εξουσία συγκεντρώνεται, συγκεντρώνεται και η λογοδοσία.
Για τον λόγο αυτό, η σύσταση Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής (Προανακριτικής Επιτροπής), σύμφωνα με το άρθρο 86 του Συντάγματος και το ισχύον πλαίσιο περί ευθύνης υπουργών, αποτελεί θεσμική αναγκαιότητα. Όχι για πολιτική εκμετάλλευση, αλλά για πλήρη και σε βάθος διερεύνηση των ενδείξεων.
Συγκεκριμένα, ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ εμμένει στην άποψή του για σύσταση Προανακριτικής Επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης κατά των:
i) Βορίδη Μαυρουδή (Μάκη), Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων από 09/07/2019 έως 05/01/2021 και
ii) Αυγενάκη Ελευθέριου, Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων από 27/06/2023 έως 14/06/2024
για τα αδικήματα της:
(i) συνέργειας σε κατάχρηση κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και
(ii) ηθικής αυτουργίας στην τέλεση κατάχρησης κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία υπάγονται στο εθνικό δίκαιο τυποποιούνται και τιμωρούνται ως:
(α) Συνέργεια σε κακουργηματική απιστία κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τελεσθείσα από κοινού και κατ’ επανάληψη, με ζημία άνω των 120.000 ευρώ (άρθρο. 390 παρ.1 και 2 σε συνδ. με άρθρο. 47 ΠΚ).
(β) Ηθική αυτουργία σε κακουργηματική απιστία κατά των οικονομικών συμφερόντων της Ε.Ε., τελεσθείσα από κοινού και κατ’ επανάληψη, με ζημία άνω των 120.000 ευρώ. (άρθρο. 390 παρ.1 και 2 σε συνδ. με άρθρο. 46 παρ. 1 ΠΚ), καθώς και για οποιοδήποτε άλλο έγκλημα προκύψει, κατά την διενεργηθησόμενη Προκαταρκτική Εξέταση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και η Νέα Αριστερά στάθηκαν με συνέπεια και τεκμηρίωση σε όλη τη διάρκεια των εργασιών της Εξεταστικής Επιτροπής. Ανέδειξαν τα στοιχεία της δικογραφίας, επέμειναν στις συγκεκριμένες πολιτικές ευθύνες και κατέδειξαν ότι το ζήτημα δεν είναι μια «τεχνική δυσλειτουργία», αλλά ένα γαλάζιο σκάνδαλο με θεσμικό βάρος.
Και αυτή η στάση δεν ολοκληρώνεται με ένα πόρισμα. Θα συνεχίσουμε να αναδεικνύουμε το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ σε όλες του τις διαστάσεις — πολιτικές, θεσμικές και ενδεχόμενα ποινικές. Θα συνεχίσουμε να επιμένουμε στη διαφάνεια, στη λογοδοσία και στην προστασία του δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος. Θα συνεχίσουμε να υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντα των πραγματικών αγροτών και την αξιοπιστία της χώρας.
Γιατί η Δημοκρατία δεν συμβιβάζεται με σκιές.
Και η κοινωνία απαιτεί απαντήσεις — όχι σιωπή».
Νέα Αριστερά: Το σκάνδαλο συνεχίζεται, οι πολιτικές και ποινικές ευθύνες πρέπει να αποδοθούν
Σε ανακοίνωσή της η Νέα Αριστερά αναφέρει:
«Οι εργασίες της Εξεταστικής Επιτροπής ανέδειξαν ότι οι πολιτικές ευθύνες είναι σαφείς και φέρουν τη σφραγίδα της κυβέρνησης και του ίδιου του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, καθώς το Μέγαρο Μαξίμου είχε την πλήρη πολιτική εποπτεία. Πέραν όμως των πολιτικών ευθυνών, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες κυβερνητικών στελεχών, όπως εξάλλου ανέφερε και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στο πόρισμά της.
Η Νέα Αριστερά κατέθεσε σήμερα Πόρισμα από κοινού με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, στο οποίο επιμένει στην ανάγκη διενέργειας προκαταρκτικής εξέτασης για τους κ.κ. Μάκη Βορίδη και Λευτέρη Αυγενάκη.
Στην Εξεταστική αναδείχθηκε, επίσης, ότι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ όχι μόνο δεν αποτελεί παρελθόν, αλλά συνεχίζεται, πλήττοντας το κύρος των θεσμών, τη διαφάνεια στη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων και —κυρίως— τους πραγματικούς παραγωγούς, καθώς:
• από τα στοιχεία που προκύπτουν από την απάντηση της ΑΑΔΕ σε κοινοβουλευτικό έλεγχο του βουλευτή της Νέας Αριστεράς Νάσου Ηλιόπουλου σχετικά με τρία επίμαχα ΑΦΜ που περιλαμβάνονται στη δικογραφία για εγκληματική οργάνωση στην Κρήτη, με επικεφαλής τον Μύρωνα Χιλετζάκη, γνωστό αγροτοσυνδικαλιστή της Νέας Δημοκρατίας, τα συγκεκριμένα ΑΦΜ είχαν δεσμευτεί από το 2022 και παρά τη δέσμευση, πραγματοποιήθηκαν πληρωμές ενισχύσεων για τα έτη 2023 και 2024 (και ενδεχομένως 2025).
• Η πολυδιαφημισμένη «νέα» Τεχνική Λύση της κυβέρνησης, που παρουσιάστηκε ως εργαλείο εξυγίανσης και διαφάνειας, αντί να διορθώσει στρεβλώσεις, δημιούργησε νέες και σοβαρότερες αδικίες εις βάρος των πραγματικών κτηνοτρόφων καθώς δεν καταγράφηκε ουσιαστική μείωση του ζωικού κεφαλαίου το 2025 σε σχέση με το 2024, κατανεμήθηκαν βοσκότοποι της Κρήτης σε περιοχές της ηπειρωτικής χώρας αλλά και σε άλλα νησιά και χρησιμοποιήθηκαν μη παραγωγικά και αυθαίρετα κριτήρια, όπως το κόστος αγοράς ζωοτροφών για την καταβολή των ενισχύσεων.
• Επιπλέον, στελέχη του ΟΠΕΚΕΠΕ που συνέβαλαν στην αποκάλυψη του σκανδάλου απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους και διώχθηκαν πειθαρχικά, ενώ παρέμειναν σε διευθυντικές θέσεις στελέχη που εμφανίζονται σε νόμιμες επισυνδέσεις χωρίς να προηγηθεί καμία διοικητική διερεύνηση των ευθυνών τους.
Η πλήρης διαλεύκανση της υπόθεσης αποτελεί ζήτημα δημοκρατίας, κράτους δικαίου και αξιοπιστίας της χώρας έναντι των ευρωπαϊκών θεσμών.
Η συγκάλυψη δεν θα περάσει. Οι ευθύνες — πολιτικές και ποινικές — πρέπει να αποδοθούν».
d3fa448f7a313c74b54f00915d631179Λήψη
Διαβάστε επίσης
Πηγή: topontiki.gr



