Η δυσκολία της αυτοδυναμίας, τα μετεκλογικά σενάρια με το ΠΑΣΟΚ και η αύξηση του ορίου εισόδου στη Βουλή στο 5%

Μπορεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να διαμήνυσε το πρωί της Τρίτης, με συνέντευξή του στην ΕΡΤnews, ότι εκλογές θα γίνουν το 2027, με τον ίδιο εκλογικό νόμο και με μοναδικό στόχο την αυτοδυναμία από τις πρώτες κάλπες, ωστόσο οι πολιτικές διεργασίες και συζητήσεις – τις οποίες τροφοδοτούν και κυβερνητικά στελέχη στο παρασκήνιο – δεν κοπάζουν.
H συζήτηση για τo μετεκλογικό σκηνικό και τις συνεργασίες που μπορεί να υπάρξουν είναι πια μόνο θεωρητική. Με το εκλογικό σύστημα να μην δίνει εύκολα αυτοδυναμίες, τη Νέα Δημοκρατία να βρίσκεται μακριά από τα ποσοστά του 2023 και τον κατακερματισμό του πολιτικού σκηνικού τόσο από τα αριστερά όσο και από τα δεξιά να είναι μια πραγματικότητα που προμηνύει μια πολυκομματική βουλή, η εικόνα ενός αδιεξόδου στο σχηματισμό κυβέρνησης αρχίζει να προβληματίζει πια ακόμα και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας
Η Νέα Δημοκρατία έχει θέσει ως στρατηγικό στόχο την αυτοδυναμία: αν όχι στην πρώτη αναμέτρηση, τότε στη δεύτερη ή στο ακραίο σενάριο ακόμη και στην τρίτη προσφυγή στις κάλπες, ώστε να εξασφαλιστεί καθαρή εντολή και σταθερή διακυβέρνηση χωρίς ανάγκη συγκυβερνήσεων. Και αυτές οι πολλαπλές εκλογές έρχονται ως απάντηση στην άρνηση του ΠΑΣΟΚ να συνεργαστεί καθοιονδήποτε τρόπο με τη Νέα Δημοκρατία.
Φυσικά έχει αποδειχτεί πολλές φορές ότι αυτά που λέγονται προεκλογικά, ίσως να μην ισχύουν το βράδυ των εκλογών και το εκλογικό αποτέλεσμα να ορίζει άλλες στρατηγικές και αποφάσεις.
Γι’ αυτό και στο κυβερνών κόμμα υπάρχει πάντα ανοιχτό μόνο ένα θεωρητικό παράθυρο συνεργασίας, αυτής με το ΠΑΣΟΚ. Γαλάζιοι βουλευτές και υπουργοί κατανοούν ότι το σενάριο των πολλαπλών εκλογικών αναμετρήσεων μπορεί σήμερα να είναι μια εύκολη απάντηση σε τηλεοπτικά πάνελ, μετεκλογικά όμως μπορεί να οδηγήσει τη χώρα σε αχαρτογράφητα νερά.
Και μια πιθανή συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ έρχεται ως η μόνη ρεαλιστική προοπτική αφού δεν βλέπουν περιθώριο συνεννόησης με άλλα κόμματα τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά . Άλλωστε η συγκυβέρνηση τα χρόνια των μνημονίων έστω κι αν κάποιοι στην αξιωματική αντιπολίτευση την ξορκίζουν και δεν θέλουν να την θυμούνται, θα αποτελεί πάντα ένα προηγουμένο
Μια τέτοια προοπτική υπαρκτή ή αναγκαστική εκτιμούν στην Πειραιώς πως υπάρχει στην σκέψη και πολλών στελεχών του ΠΑΣΟΚ έστω και αν σήμερα ξορκίζεται οποιοδήποτε τέτοιο σενάριο.
Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ το αποκλείει κατηγορηματικά και ο Χάρης Δούκας στην πρώτη γραμμή επιδιώκει ακόμα και στο συνέδριο του κόμματος να περάσει ρητή δέσμευση για μη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, ώστε η άρνηση να μην είναι απλώς μια συγκυριακή επιλογή, αλλά μια θεσμοθετημένη γραμμή, ενσωματωμένη στις αποφάσεις του κόμματος.
Ωστόσο, η πολιτική λένε γαλάζιοι βουλευτές δεν γράφεται μόνο με αποφάσεις συνεδρίων. Αν μετά τις εκλογές η χώρα βρεθεί μπροστά σε αδιέξοδο, χωρίς αυτοδύναμη κυβέρνηση και με το ενδεχόμενο παρατεταμένης ακυβερνησίας, τότε εκτιμούν ότι οι πιέσεις στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ είναι βέβαιο ότι θα ενταθούν και ένα τμήμα των στελεχών μπορεί να θεωρήσει ότι η συμμετοχή σε κυβερνητικό σχήμα –έστω με σκληρούς όρους– είναι προτιμότερη από το να παραμείνει το κόμμα θεατής των εξελίξεων. Η γραμμή της “αυτονομίας” είναι εύκολη προεκλογικά· γίνεται πολύ πιο δύσκολη όταν η χώρα κινδυνεύει να μείνει χωρίς σταθερή κυβέρνηση.
Μάλιστα τα ίδια αυτά γαλάζια στελέχη εκτιμούν ότι μέσα σε ένα κλίμα πιεστικής ακυβερνησίας, θα ενισχυθούν οι φωνές που θα ζητούν “υπεύθυνη στάση” και συμμετοχή σε κυβερνητικό σχήμα. Ιδίως αν το ΠΑΣΟΚ βρεθεί στη τρίτη θέση με το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα να έχει καταλάβει τη δεύτερη θέση. Τότε λένε το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να απαντήσει αν προτιμά να παραμείνει ένα καθαρό αλλά περιθωριοποιημένο και μικρό κόμμα ή να αναλάβει το ρίσκο και την ευθύνη της συμμετοχής στη διακυβέρνηση.
Σε αυτό το περιβάλλον, επανέρχεται κατά διαστήματα η πιθανότητα αλλαγής του εκλογικού νόμου ως προς το κομμάτι εκείνο που αφορά το όριο εισόδου ενός κόμματος στη Βουλή.
Ο πρωθυπουργός δέχεται συχνά την πολιτική πίεση από γαλάζια υψηλόβαθμα και μη στελέχη να προχωρήσει στην αύξηση του ορίου από το 3% που είναι σήμερα στο 5%
Δεν είναι τόσο η άρνηση του ΠΑΣΟΚ για συγκυβέρνηση που επιβάλλει την πίεση στον πρωθυπουργό όσο η εικόνα μιας δεκακομματικής Βουλής που φαντάζει όχι μόνο “απειλητική” αλλά κι απολύτως μη λειτουργική για την επίτευξη πολιτικής σταθερότητας και αυτό είναι ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν όσοι ζητούν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη να ξανασκεφτεί την αλλαγή του εκλογικού νόμου. Προσθέτουν δε ότι η προσήλωση στην θεσμική αξιοπιστία που επικαλείται ο πρωθυπουργός πρέπει να μπει στην ίδια ζυγαριά με την ανάγκη η χώρα να έχει σταθερή κυβέρνηση ιδίως σε μία περίοδο έντονης ρευστότητας και γεωπολιτικών αλλαγών.
Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη μέρα δεν θα κριθεί μόνο από τα ποσοστά, αλλά και από τη στάση ευθύνης που θα επιδείξουν τα κόμματα όταν βρεθούν μπροστά στο πραγματικό δίλημμα: πολιτικό κόστος ή πολιτική σταθερότητα. Εκεί θα φανεί αν οι σημερινές δεσμεύσεις είναι αδιαπραγμάτευτες αρχές ή απλώς διαπραγματευτικά όπλα ενόψει της σκληρής παρτίδας που θα ακολουθήσει μετά την κάλπη.
Διαβάστε επίσης:
Εσωκομματικές εκλογές ΝΔ: Αντίστροφη μέτρηση με παρασκήνιο και στοιχήματα για το κόμμα








