Πολιτική

Κυβέρνηση σε περίσκεψη: Οι πειρασμοί για πρόωρες εκλογές με τα σενάρια αλλαγής του εκλογικού νόμου στο τραπέζι

Το 2026, όπως το σχεδιάζει το Μέγαρο Μαξίμου και όπως το περιέγραψαν ο Κωστής Χατζηδάκης και ο Ακης Σκερτσος χθες, δεν είναι μια ακόμη χρονιά «παραδοτέων».

Είναι η χρονιά που θα κρίνει αν η κυβέρνηση θα πάει στις κάλπες – όποτε κι αν στηθούν – με αφήγημα ολοκλήρωσης και αποτελεσματικότητας ή με κατάλογο προθέσεων. Σε πολιτικούς όρους, πρόκειται για το τελευταίο πλήρες δωδεκάμηνο στο οποίο μπορεί να παραχθεί απτό αποτέλεσμα, να εμπεδωθεί ως εμπειρία στην κοινωνία και να μετατραπεί σε πολιτικό κεφάλαιο. Γιατί οι εκλογές, ιδίως όταν πλησιάζουν, δεν κερδίζονται με εξαγγελίες. Κερδίζονται με την αίσθηση ότι «κάτι άλλαξε» στην τσέπη, στην καθημερινότητα, στην ασφάλεια και – το πιο δύσκολο – στην εμπιστοσύνη προς το κράτος.

Και μπορεί ο οδικός χάρτης που παρουσιάστηκε να αφορά τους 12 μήνες του 2026, ωστόσο οι συζητήσεις για πρόωρη προσφυγή στην κάλπη, ακόμα και για διορθωτική αλλαγή του εκλογικού νόμου με πρωτοβουλία της κοινοβουλευτικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, πάνε κι έρχονται και κυρίως έχουν να κάνουν με τα ποσοστά που καταλαμβάνει η Νέα Δημοκρατία στις δημοσκοπήσεις και τα οποία είναι αρκετά μακριά από την επίτευξη αυτοδυναμίας.

Σε αυτά τα σενάρια που αναζωπυρώνονται κατά διαστήματα, απάντησε για ακόμα μια φορά χθες το βράδυ ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης μιλώντας στο Action 24, αποκλείοντας και τα δύο ενδεχόμενα. Ο κ. Χατζηδάκης επανέλαβε ότι ο πρωθυπουργός θα τηρήσει την δέσμευση του για εκλογές την άνοιξη του 2027 και πως στο τέλος του 2026 η κυβέρνηση θα κριθεί για την υλοποίηση των στόχων που παρουσιάστηκαν χθες. Μάλιστα ο κύριος Χατζηδάκης ανέφερε ότι και σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις του με τον πρωθυπουργό, ο κ.Μητσοτάκης του επισημαίνει ότι οι εκλογές θα γίνουν κανονικά στο τέλος της τετραετίας.Όσον αφορά δε την αλλαγή του εκλογικού νόμου ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης επανέλαβε ότι ο πρωθυπουργός είναι απολύτως κάθετος σε αυτό, δεν του αρέσουν οι  αιφνιδιασμοί, τα παιχνίδια και τα κόλπα και δεν πρόκειται ο εκλογικός νόμος να αλλάξει.    

Όσον αφορά τώρα για αυτά που παρουσιάστηκαν χθες η κυβέρνηση επιχειρεί να χαρτογραφήσει το 2026 ως έτος «κλεισίματος» της τετραετίας: 7 μεγάλοι στόχοι και 30 εμβληματικά έργα. Η καταγραφή αυτή έχει μια εμφανή επικοινωνιακή λειτουργία – να μπει τάξη σε ένα πολύπλοκο κυβερνητικό έργο –, αλλά η ουσία είναι αλλού: το Μαξίμου έχει πλήρη επίγνωση ότι το κοινωνικό κλίμα επηρεάζεται λιγότερο από τα μακροοικονομικά και περισσότερο από τη μικροοικονομία της καθημερινότητας. Και εκεί ακριβώς θα δοθεί η πολιτική μάχη.

Πρώτο μέτωπο, τα εισοδήματα. Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού είναι αναμενόμενη και, για την κυβέρνηση, αναγκαία: αποτελεί τη «γέφυρα» ανάμεσα στην ανάπτυξη που δείχνουν οι δείκτες και στην εμπειρία των νοικοκυριών που πιέζονται από το κόστος ζωής. Όμως το κρίσιμο δεν θα είναι ο αριθμός, αλλά το καθαρό αποτέλεσμα. Το δίλημμα είναι γνωστό: οι αυξήσεις πρέπει να είναι αισθητές, αλλά να μη δημιουργούν φόβο για πληθωριστικές πιέσεις ή απώλεια ανταγωνιστικότητας. Στο ίδιο πακέτο μπαίνει και η καθολική εφαρμογή της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας, με στόχο να αποτυπωθεί “δικαιοσύνη” στην αγορά εργασίας: να περιοριστούν οι κρυφές υπερωρίες, να παταχθεί η γκρίζα ζώνη και να υπάρχει έλεγχος. Εάν αποδώσει, η κυβέρνηση θα μπορεί να ισχυριστεί ότι βελτιώνει ταυτόχρονα μισθούς και κανόνες. Εάν δεν αποδώσει, θα βρεθεί αντιμέτωπη με το κλασικό πρόβλημα των μεταρρυθμίσεων: καλές προθέσεις, άνισες εφαρμογές, καθημερινές εξαιρέσεις.

Δεύτερο μέτωπο, οι φόροι και η ακρίβεια. Οι νέες μειώσεις φόρων είναι πολιτικά ελκυστικές, αλλά δεν είναι πια εύκολη υπόθεση. Μετά την επιστροφή στη δημοσιονομική κανονικότητα, η κυβέρνηση οφείλει να ισορροπεί μεταξύ προεκλογικής πίεσης και ευρωπαϊκών κανόνων. Επομένως, θα χρειαστεί στόχευση: μειώσεις που να «φαίνονται» και να πιάνουν τη μεσαία τάξη – το παραδοσιακό ακροατήριο της ΝΔ – χωρίς να ανοίγουν μαύρη τρύπα στα έσοδα. Κι εδώ ακριβώς παρεμβάλλεται η ακρίβεια, η οποία λειτουργεί ως πολιτικός «διαβρωτής» ανεξαρτήτως ιδεολογίας: όταν ο πολίτης βλέπει το ράφι να ακριβαίνει, η συζήτηση για τη σταθερότητα χάνει βάρος.

Η εξαγγελία για νέα πλατφόρμα σύγκρισης τιμών με το εξωτερικό και η δημιουργία Εθνικής Αρχής Καταναλωτή συνιστούν μια απόπειρα να αποκτήσει η κυβέρνηση πιο επιθετικό προφίλ στο πεδίο της αγοράς. Είναι όμως ένα πεδίο γεμάτο παγίδες. Αν η πλατφόρμα καταλήξει να επιβεβαιώνει καθημερινά ότι “εδώ είναι ακριβότερα”, χωρίς άμεσες συνέπειες για στρεβλώσεις, καρτέλ ή πρακτικές που συμπιέζουν τον ανταγωνισμό, τότε θα ενισχύσει τη δυσαρέσκεια αντί να την εκτονώσει. Σε πολιτικούς όρους, είναι μια υπόσχεση ελέγχου που πρέπει να γίνει πράξη με ορατά αποτελέσματα: πρόστιμα, κανόνες, εποπτεία, και κυρίως αίσθηση ότι “κάποιος προστατεύει τον καταναλωτή”.

Τρίτο μέτωπο, οι υποδομές και το κράτος ως μηχανή παράδοσης. Η παράδοση του Ε65 και η επέκταση του Μετρό Θεσσαλονίκης προς Καλαμαριά είναι κλασικές πολιτικές «κορδέλες», αλλά έχουν και ουσία: μετακινήσεις, χρόνος, ασφάλεια. Το Κτηματολόγιο – η πλήρης ολοκλήρωσή του – είναι άλλο είδος έργου: δεν είναι λαμπερό, αλλά αλλάζει τη σχέση του πολίτη με την περιουσία του και περιορίζει μια χρόνια θεσμική ασάφεια που γεννά δικαστικές διαμάχες και συναλλαγές κάτω από το τραπέζι. Αν το 2026 είναι όντως έτος ολοκλήρωσης, η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να δείξει ότι κλείνει ανοιχτές εκκρεμότητες δεκαετιών, κάτι που λειτουργεί πολιτικά ως «σήμα σοβαρότητας».

Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το μέτωπο της Υγείας: η αναβάθμιση 156 Κέντρων Υγείας και 80 Νοσοκομείων ακούγεται τεχνοκρατική, αλλά το πολιτικό της αποτύπωμα είναι άμεσο. Η Υγεία είναι ο τομέας όπου οι κυβερνήσεις χάνουν την κοινωνική ανοχή όταν η εμπειρία του πολίτη είναι ταλαιπωρία, αναμονές, αίσθηση εγκατάλειψης. Αν οι παρεμβάσεις μείνουν σε κτιριακό επίπεδο και δεν συνοδευτούν από λειτουργική αναβάθμιση, προσωπικό, καλύτερη διαχείριση, τότε το πολιτικό κέρδος θα είναι περιορισμένο. Αν όμως βελτιωθεί η εμπειρία, μπορεί να λειτουργήσει ως αντιστάθμισμα σε άλλες φθορές.

Τέταρτο μέτωπο, το «ψηφιακό κράτος» και η τεχνητή νοημοσύνη. Η επιχειρησιακή έναρξη του «Φάρου AI Factory» και οι ψηφιακές παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη –όπως ο ψηφιακός φάκελος σε κτηματολογικές διαφορές– δείχνουν ότι η κυβέρνηση θέλει να κρατήσει την εικόνα της μεταρρυθμιστικής συνέχειας. Όμως το στοίχημα εδώ είναι να μη μείνει στο επίπεδο του καινοτόμου λεξιλογίου. Η κοινωνία δεν ανταμείβει την «τεχνολογία» ως ιδέα, ανταμείβει τη μείωση της ταλαιπωρίας: λιγότερες ουρές, λιγότερα χαρτιά, λιγότερη καθυστέρηση. Το ίδιο ισχύει και για την εκτόξευση 13 μικροδορυφόρων: ως εικόνα είναι εντυπωσιακή, αλλά ως πολιτικό αφήγημα πρέπει να συνδεθεί με πρακτική αξία (πολιτική προστασία, γεωργία, παρακολούθηση φυσικών καταστροφών) για να μην μοιάζει με “τεχνολογική βιτρίνα”.

Πέμπτο μέτωπο, η περιφερειακή ανάπτυξη. Τα 50 Τοπικά Σχέδια, η ρήτρα ορεινότητας/νησιωτικότητας, η σταδιακή κατάργηση του ΕΝΦΙΑ για πρώτη κατοικία σε μικρές κοινότητες και ο μειωμένος ΦΠΑ στα νησιά δείχνουν πολιτική στόχευση προς κοινά που συχνά αισθάνονται ότι μένουν πίσω. Εδώ η κυβέρνηση επιδιώκει να απαντήσει σε δύο αλληλένδετα προβλήματα: δημογραφική αποψίλωση και αίσθηση εγκατάλειψης. Αν οι παρεμβάσεις γίνουν απλές και εφαρμόσιμες, μπορεί να κερδηθεί πολιτικός χρόνος. Αν μετατραπούν σε περίπλοκα σχήματα με εξαιρέσεις και καθυστερήσεις, θα γυρίσουν ως διαμαρτυρία.

Και πάνω από όλα, το Ταμείο Ανάκαμψης – το χρηματοδοτικό «καύσιμο» της τελευταίας στροφής. Οι εκταμιεύσεις 12,5 δισ. ευρώ και τα ορόσημα (σιδηροδρομικός άξονας Αθήνα–Θεσσαλονίκη, ηλεκτρική διασύνδεση Κυκλάδων) είναι το υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα στηθεί το αφήγημα της ολοκλήρωσης. Το πολιτικό ρίσκο είναι ότι τα ευρωπαϊκά χρήματα συνοδεύονται από αυστηρά χρονοδιαγράμματα και ορατό έλεγχο. Μια κυβέρνηση μπορεί να επιβιώσει από μια δύσκολη μεταρρύθμιση, αλλά δύσκολα επιβιώνει από την αίσθηση ότι «δεν μπορεί να παραδώσει».

Τελική ανάγνωση: το 2026 θα είναι η χρονιά που η κυβέρνηση θα δοκιμάσει να μετατρέψει το «είμαστε αποτελεσματικοί» σε κοινωνική εμπειρία. Όχι σε παρουσιάσεις, αλλά σε μετρήσιμες αλλαγές. Αν η καθημερινότητα βελτιωθεί αισθητά σε εισοδήματα, τιμές, υγεία, μεταφορές, λειτουργία του κράτους, η ΝΔ θα προσέλθει στις εκλογές με αίσθηση πρωτοβουλίας. Αν όχι, θα βρεθεί αντιμέτωπη με το γνωστό φαινόμενο της δεύτερης τετραετίας: οι πολίτες δεν συγκρίνουν με το παρελθόν, συγκρίνουν με τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν. Και οι προσδοκίες, όταν μένουν ανεκπλήρωτες, παράγουν πολιτικό κόστος πολύ γρηγορότερα από όσο παράγουν πολιτικό όφελος οι εξαγγελίες.

Διαβάστε επίσης:

Διακομματική για τον πρωτογενή τομέα: «Όχι» από ΝΔ στο αίτημα ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ να μπουν οι προτάσεις τους σε ψηφοφορία

Νέα Αριστερά: Υπέρ της αυτόνομης πορείας η Νεολαία – Σκληρή κριτική σε Χαρίτση και… «καρφιά» για Τσίπρα

Η Τζάκρη αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας του Κινήματος Δημοκρατίας με την Καρυστιανού

Πηγή: ΠΟΛΙΤΙΚΗ | topontiki.gr

Back to top button