Κόσμος

Νέος παγκόσμιος δασμός 10% μετά την ήττα από το Ανώτατο Δικαστήριο – Ο αμετανόητος Τραμπ και οι νόμοι που επικαλείται για να παρακάμψει την απόφαση

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα υπογράψει ένα εκτελεστικό διάταγμα με το οποίο θα επιβάλει δασμούς ύψους 10% σε όλες τις χώρες, επικαλούμενος το Άρθρο 122 του Εμπορικού Νόμου του 1974, προσθέτοντας ότι θα ξεκινήσει και «πολλές άλλες έρευνες», χωρίς άλλες διευκρινίσεις.

«Δεν χρειάζεται να ρωτήσω το Κογκρέσο για τους δασμούς», τόνισε, διαβεβαιώνοντας ότι τα έσοδα από τους δασμούς «θα αυξηθούν». Οι «παγκόσμιοι δασμοί» του 10%, είπε, θα ισχύσουν για πέντε μήνες και θα προστεθούν στους ήδη υπάρχοντες.

Όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφους εάν η Ουάσινγκτον θα πρέπει να επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε εντός του 2025 από τους δασμούς, απάντησε ότι δεν είναι σαφές εάν θα υπάρξουν αποζημιώσεις, «υποθέτει πως αυτό θα κριθεί από τα δικαστήρια» και ότι «η κατάληξη θα είναι ότι βρισκόμαστε στα δικαστήρια για την επόμενη πενταετία».

Ο Τραμπ είπε επίσης ότι όλες οι (εμπορικές) συμφωνίες που έχει κάνει μέχρι τώρα η κυβέρνησή του «ισχύουν», αλλά «απλώς θα πρέπει να τις κάνουμε με διαφορετικό τρόπο». Προηγουμένως ωστόσο είχε δηλώσει ότι κάποιες από τις συμφωνίες τις οποίες διαπραγματεύτηκε με βάση τον Νόμο Επειγουσών Οικονομικών Εξουσιών (IEEPA) του 1977 δεν ισχύουν.

Η IEEPA είναι ένας νόμος του 1977 που δίνει στους εν ενεργεία προέδρους των ΗΠΑ την εξουσία να κηρύσσουν κατάσταση εθνικής έκτακτης ανάγκης που σχετίζεται με την ασφάλεια, την εξωτερική πολιτική ή την οικονομία και να επιβάλλουν οικονομικές κυρώσεις σε άλλες χώρες.

Ο Τραμπ επικαλέστηκε για πρώτη φορά την IEEPA τον Φεβρουάριο για να δικαιολογήσει την επιβολή δασμών στον Καναδά και το Μεξικό, ισχυριζόμενος ότι οι χώρες δεν έκαναν αρκετά για να σταματήσουν τη διασυνοριακή ροή φαιντανύλης και παράνομων μεταναστών. Αργότερα, επέκτεινε την εντολή ώστε να συμπεριλάβει δεκάδες άλλους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ, στο πλαίσιο της ανακοίνωσής του για την «Ημέρα Απελευθέρωσης» στις 2 Απριλίου.

Νωρίτερα, ο Αμερικανός πρόεδρος εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο λέγοντας ότι «ντρέπεται για ορισμένα μέλη του που δεν είχαν το θάρρος να κάνουν ό,τι είναι σωστό για τη χώρα μας».

«Επέδειξαν αντιπατριωτική στάση και ανυπακοή στο Σύνταγμα μας» είπε στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε στον Λευκό Οίκο. «Πιστεύω ότι αυτό το Δικαστήριο επηρεάστηκε από ξένα συμφέροντα και ένα πολιτικό κίνημα που είναι πολύ μικρότερο απ’ ότι θα πίστευε ο κόσμος», πρόσθεσε.

HAPPENING NOW: “Too many on this Court think being ‘politically correct’ is a virtue. We’ve seen it before—far too often. They’re just fools and lapdogs for RINOs and radical left Democrats. Deeply unpatriotic. Disloyal to our Constitution. Sad!” -Trump pic.twitter.com/AMhwU1bxnr

— Officer Lew (@officer_Lew) February 20, 2026

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ ανέφερε ότι οι υπηρεσίες του υπουργείου του εκτιμούν ότι η χρήση εναλλακτικών νομικών οδών για την επιβολή δασμών θα οδηγήσει σε «ουσιαστικά αμετάβλητα» έσοδα το 2026, αφού το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε παράνομους τους δασμούς που επέβαλε η αμερικανική κυβέρνηση επικαλούμενο έναν νόμο για την αντιμετώπιση εθνικών επειγουσών καταστάσεων.

Στο κείμενο της ομιλίας του ενώπιον της Οικονομικής Λέσχης του Ντάλας ο Μπέσεντ λέει ότι η κυβέρνηση θα επικαλεστεί τα Άρθρα 232 και 301 που επιτρέπουν στον πρόεδρο να επιβάλει δασμούς ή περιορισμούς στις εισαγωγές και τα οποία «έχουν επικυρωθεί χιλιάδες φορές από τα δικαστήρια».

«Οι εκτιμήσεις του υπουργείου δείχνουν ότι η χρήση του Άρθρου 122, σε συνδυασμό με το δυνητικά ενισχυμένο Άρθρο 232 και το Άρθρο 301 (του Νόμου Επέκτασης του Εμπορίου του 1962) θα οδηγήσουν σε ουσιαστικά αμετάβλητα έσοδα από τους δασμούς το 2026», πρόσθεσε.

Το Άρθρο 232 ορίζει ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να λάβει μέτρα περιορίζοντας τις εισαγωγές εφόσον το υπουργείο Εμπορίου κρίνει ότι απειλούν την εθνική ασφάλεια. Με βάση αυτό το άρθρο ο Τραμπ είχε επιβάλει δασμούς στον χάλυβα και το αλουμίνιο σχεδόν σε όλους τους εμπορικούς εταίρους της Ουάσινγκτον, κατά την πρώτη θητεία του.

Η ηχηρή «σφαλιάρα»

Η απόφαση του Δικαστηρίου ελήφθη με ψήφους 6 έναντι τριών. Με το σκεπτικό της πλειοψηφίας τάχθηκαν οι συντηρητικοί δικαστές Τζον Ρόμπερτς, Νιλ Γκόρσατς και Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ (οι δύο τελευταίοι διορίστηκαν από τον Τραμπ στην προηγούμενη θητεία του) και οι τρεις φιλελεύθεροι Σόνια Σοτομαγιόρ, Έλενα Κάγκαν και Κετάντζι Μπράουν Τζάκσον. Την απόφαση καταψήφισαν οι συντηρητικοί Μπρετ Κάβανο, Κλάρενς Τόμας και Σάμιουελ Αλίτο, με τον Τραμπ να επαινεί τον πρώτο από αυτούς (τον οποίο διόρισε ο ίδιος), δηλώνοντας ότι «αισθάνεται πολύ υπερήφανος για αυτόν».

Η απόφαση αφορά τους δασμούς που παρουσιάστηκαν ως «ανταποδοτικοί» από την αμερικανική κυβέρνηση, όχι όμως εκείνους που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία ή ο χάλυβας και το αλουμίνιο.

Ο Ντόναλντ Τραμπ επέλεξε να επιβάλει αυτούς τους τελωνειακούς δασμούς βασιζόμενος σε ένα κείμενο του 1977 που επιτρέπει θεωρητικά στην αμερικανική διοίκηση να δράσει στον οικονομικό τομέα, χωρίς προηγουμένως να έχει πάρει το πράσινο φως από το Κογκρέσο, από τη στιγμή που αναγνωρίζεται μια «οικονομική έκτακτη ανάγκη».

Όμως, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου Τζον Ρόμπερτς, ο πρόεδρος των ΗΠΑ πρέπει «να έχει σαφή εξουσιοδότηση από το Κογκρέσο» προκειμένου να επιβάλει δασμούς.

Το γεγονός πως το κείμενο του νόμου στον οποίο βασίζεται ο Λευκός Οίκος «του δίνει την εξουσία για να “ρυθμίσει τις εισαγωγές”, είναι ανεπαρκές», δεδομένου ότι «δεν εμπεριέχει καμία αναφορά στους δασμούς».

Αυτός ο νόμος «δεν επιτρέπει ο πρόεδρος να επιβάλει δασμούς», επιμένει ο δικαστής Ρόμπερτς στο κείμενο της απόφασης.

Αυτοί οι δασμοί είχαν ανακοινωθεί τον Απρίλιο, με την παρουσίαση ενός πίνακα που παρουσίαζε τα διαφορετικά ποσοστά που θα εφαρμόζονται, ανάλογα με την προέλευση των προϊόντων.

Στόχευαν θεωρητικά τις χώρες με τις οποίες οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν ένα εμπορικό έλλειμα κατά την ανταλλαγή προϊόντων, με τον Αμερικανό πρόεδρο να τους βλέπει ως ένα εργαλείο για το εξισορροπήσει.

Ο Ντόναλντ Τραμπ στόχευε επίσης να εξασφαλίσει επιπλέον πόρους στο ομοσπονδιακό κράτος για να αντισταθμίσει τις περικοπές φόρων.

Ωστόσο, ο Ρεπουμπλικάνος εν μέρει υποχώρησε προσθέτοντας εξαιρέσεις για ορισμένα προϊόντα, ιδίως για εκείνα που δεν μπορούν να παρασκευαστούν ή να καλλιεργηθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτοί οι δασμοί χρησίμευσαν επίσης ως βάση για διαπραγματεύσεις που οδήγησαν σε μια σειρά εμπορικών συμφωνιών με βασικούς εταίρους των ΗΠΑ, αρχής γενομένης από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), την Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Αυτές οι συμφωνίες ορίζουν πλέον, ανάλογα με την περίπτωση, δασμούς μεταξύ 10% και 15% το ανώτερο σε προϊόντα από τις χώρες που τις έχουν υπογράψει.

Τις τελευταίες ημέρες, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε νέες συμφωνίες με αρκετές χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας, όπως το Βιετνάμ και η Ινδονησία, οι ηγέτες των οποίων βρέθηκαν στην Ουάσιγκτον αυτή την εβδομάδα για να παραστούν στην πρώτη συνεδρίαση του «Συμβουλίου Ειρήνης» που συγκρότησε ο Ντόναλντ Τραμπ.

Οι συνέπειες της απόφασης – κόλαφο για τον Τραμπ

Οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η κυβέρνηση Τραμπ ενδέχεται να αναγκαστεί να επιστρέψει πάνω από 175 δισεκατομμύρια δολάρια σε επιχειρήσεις που έχουν ήδη καταβάλει αυτούς τους δασμούς. Πρόκειται για ποσά που καταβλήθηκαν μέσω των δασμών International Emergency Economic Powers Act (τους λεγόμενους “οριζόντιους” δασμούς 10-25%) από τον Μάρτιο του 2025 έως σήμερα.

Η απόφαση της πλειοψηφίας (6-3) δεν δίνει ξεκάθαρη απάντηση στο κρίσιμο πρακτικό ζήτημα του τι θα γίνει με τα ποσά που έχει ήδη εισπράξει η κυβέρνηση από τους δασμούς του Τραμπ.

Μέχρι τις 14 Δεκεμβρίου, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε εισπράξει 134 δισ. δολάρια από τους δασμούς, από περισσότερους από 301.000 διαφορετικούς εισαγωγείς, σύμφωνα με στοιχεία της Υπηρεσίας Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων των ΗΠΑ (CBP) και πρόσφατη κατάθεση στο Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ.

Το ζήτημα αυτό αναμένεται να κριθεί από κατώτερα δικαστήρια.

Στη διαφωνία του, ο δικαστής Μπρετ Κάβανο σημείωσε ότι το Δικαστήριο«δεν είπε τίποτα σήμερα για το εάν και με ποιον τρόπο η κυβέρνηση θα πρέπει να επιστρέψει τα δισεκατομμύρια δολάρια που έχει εισπράξει από εισαγωγείς».

Το θέμα των επιστροφών χρημάτων κυριάρχησε στην υπόθεση, με αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ να προειδοποιούν ότι ενδεχόμενες αποζημιώσεις θα μπορούσαν να έχουν καταστροφικές συνέπειες για την αμερικανική οικονομία.

«Η διαδικασία αυτή πιθανότατα θα είναι ένα “χάος”», έγραψε ο Κάβανο.

Η τριμελής σύνθεση δικαστών ανέφερε ότι η απόφασή της στηρίχθηκε και στη διαβεβαίωση της κυβέρνησης πως, εάν χρειαστεί, θα επιστρέψει τα ποσά των δασμών, ακόμη και μετά την εκκαθάριση, αν και έχει επισημάνει ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα σύνθετη και χρονοβόρα διαδικασία.

Η προσφυγή των επιχειρήσεων στο Ανώτατο Δικαστήριο αμφισβητούσε τη νομιμότητα των λεγόμενων δασμών της “Ημέρας Απελευθέρωσης” του Τραμπ, καθώς και δασμών που επιβλήθηκαν σε εισαγωγές από την Κίνα, το Μεξικό και τον Καναδά. Στο διακύβευμα βρίσκονταν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια που έχουν ήδη εισπραχθεί.

Οι λεγόμενοι “ανταποδοτικοί” δασμοί αύξησαν τους συντελεστές έως και 50% για βασικούς εμπορικούς εταίρους, όπως η Ινδία και η Βραζιλία, και έως 145% για την Κίνα το 2025.

Ο Τραμπ και το υπουργείο Δικαιοσύνης παρουσίασαν τη διαμάχη ως ζήτημα υπαρξιακής σημασίας για τη χώρα, υποστηρίζοντας ενώπιον των δικαστών ότι «με τους δασμούς είμαστε ένα πλούσιο έθνος», ενώ χωρίς αυτούς«είμαστε ένα φτωχό έθνος».

Από την πλευρά τους, μικρές επιχειρήσεις που προσέφυγαν κατά των μέτρων έκαναν λόγο για «συγκλονιστική επίδειξη εξουσίας» και ουσιαστική επιβολή φόρου χωρίς κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Η απόφαση επικεντρώνεται στη χρήση ενός συγκεκριμένου νόμου του 1977 του ΙΕΕPA, ο οποίος παρέχει στον πρόεδρο την εξουσία να «ρυθμίζει» τις εμπορικές ισορροπίες, ως απάντηση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

Ο Τραμπ επικαλέστηκε για πρώτη φορά τον νόμο αυτό τον Φεβρουάριο του 2025, προκειμένου να επιβάλει φόρους σε προϊόντα από την Κίνα, το Μεξικό και τον Καναδά, υποστηρίζοντας ότι η διακίνηση ναρκωτικών από τις χώρες αυτές συνιστούσε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Τον ενεργοποίησε εκ νέου τον Απρίλιο, επιβάλλοντας δασμούς από 10% έως 50% σε προϊόντα από τις περισσότερες χώρες του πλανήτη. Υποστήριξε ότι το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ – δηλαδή η κατάσταση κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες εισάγουν περισσότερα από όσα εξάγουν – αποτελούσε «εξαιρετική και ασυνήθιστη απειλή».

Οι δασμοί που αφορούν συγκεκριμένους κλάδους – όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, η ξυλεία και τα αυτοκίνητα – οι οποίοι επιβλήθηκαν βάσει του Άρθρου 232 του Νόμου για την Επέκταση του Εμπορίου του 1962 (Trade Expansion Act of 1962), δεν επηρεάζονται από την απόφαση του Δικαστηρίου.

Ο αντίκτυπος στην αγορά ήταν σχετικά συγκρατημένος επειδή το «χαστούκι» του ανώτατου δικαστηρίου αναμενόταν σε μεγάλο βαθμό από τη Wall Street. Επίσης, οι οικονομολόγοι αναμένουν ότι ο Λευκός Οίκος θα εφαρμόσει εκ νέου πολλούς από τους ίδιους δασμούς χρησιμοποιώντας άλλα μέσα.

«Το επόμενο ερώτημα είναι, λοιπόν, “Τι πρόκειται να κάνει ο Πρόεδρος Τραμπ γι’ αυτό;”» πρόσθεσε ο Ellerbroek. «Έχει άλλες επιλογές για να επιβάλει δασμούς — υποθέτω ότι θα τις χρησιμοποιήσει. Νομίζω λοιπόν ότι αυτό είναι ένα ενδιάμεσο βήμα σε μια αρκετά μεγάλη ιστορία και υποθέτω ότι η μπάλα βρίσκεται τώρα στο γήπεδο του Προέδρου Τραμπ».

Η πρώτη αντίδραση Τραμπ στην απόφαση του Δικαστηρίου

Όπως μεταδίδει το CNN, επικαλούμενο πηγές που γνωρίζουν τις δηλώσεις του, ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε “ντροπή” την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που ακύρωσε τους δασμούς του.

Όπως ανέφερε μία από τις πηγές, ο πρόεδρος διαβεβαίωσε τους παριστάμενους ότι διαθέτει εναλλακτικό σχέδιο.

Αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ προετοιμάζονταν για το ενδεχόμενο ήττας στο Ανώτατο Δικαστήριο, διαβεβαιώνοντας τον πρόεδρο ότι, εάν οι δασμοί ακυρώνονταν, υπήρχαν άλλοι τρόποι για την επιβολή τους.

Τις τελευταίες εβδομάδες, ο Τραμπ φέρεται να εξέφραζε κατ’ ιδίαν την οργή του για την καθυστέρηση της απόφασης, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις τοποθετήσεις του.

Οι επιλογές του Τραμπ

Ο Τιμ Μπράιτμπιλ, δικηγόρος διεθνούς εμπορίου και συνεργάτης στην Wiley Rein LLP στην Ουάσινγκτον, δήλωσε στο Financial Post ότι υπάρχουν και άλλα εργαλεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο Τραμπ για να επιβάλει γρήγορα εκ νέου δασμούς – και δύο βρίσκονται ήδη στο οπλοστάσιο του προέδρου.

Το πρώτο είναι το Άρθρο 301 του Εμπορικού Νόμου του 1974, το οποίο επιτρέπει στον Εμπορικό Εκπρόσωπο των ΗΠΑ (USTR) να διερευνά και να ενεργεί κατά «αδικαιολόγητων, παράλογων ή μεροληπτικών» οικονομικών πρακτικών από ξένες χώρες που επιβαρύνουν το αμερικανικό εμπόριο.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του Τραμπ, η κυβέρνησή του χρησιμοποίησε το Άρθρο 301 για να διερευνήσει και να επιβάλει δασμούς στην Κίνα για τις πρακτικές της που σχετίζονται με τη μεταφορά τεχνολογίας, την πνευματική ιδιοκτησία και την καινοτομία.Περιεχόμενο άρθρου

Ο Μπράιτμπιλ δήλωσε ότι η USTR δημοσιεύει ετήσιο κατάλογο εμποδίων στο εξωτερικό εμπόριο και θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ορισμένες από αυτές τις εκθέσεις ως βάση για να προχωρήσει βάσει του Άρθρου 301 για την επιβολή ειδικών δασμών ανά χώρα.

Μια άλλη επιλογή είναι το Άρθρο 232 του Νόμου περί Επέκτασης του Εμπορίου του 1962, το οποίο δίνει στον πρόεδρο ευρείες εξουσίες να διερευνά και να επιβάλλει δασμούς σε συγκεκριμένες εισαγωγές που θεωρούνται απειλή για την εθνική ασφάλεια.

Ο Τραμπ χρησιμοποίησε το Άρθρο 232 κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του για να επιβάλει δασμούς σε ξένο χάλυβα και αλουμίνιο. Ο Μπράιτμπιλ δήλωσε ότι το Άρθρο 232 ήταν το «εργαλείο επιλογής» του Τραμπ κατά τη δεύτερη θητεία του για την επιβολή δασμών σε συγκεκριμένα προϊόντα σε προϊόντα από τον Καναδά, συμπεριλαμβανομένου του χάλυβα, του αλουμινίου και της ξυλείας από μαλακό ξύλο.

Έχει ο πρόεδρος άλλες επιλογές;

Ο Τραμπ φέρεται να διαθέτει ακόμη δύο επιλογές. Το άρθρο 122 του νόμου περί εμπορίου του 1974 δημιουργήθηκε ως βραχυπρόθεσμο μέτρο για την αντιμετώπιση σημαντικών ζητημάτων ισοζυγίου πληρωμών, όπως τα εμπορικά ελλείμματα ή η υποτίμηση του δολαρίου ΗΠΑ στις αγορές συναλλάγματος.

«Υπάρχει κάποια σκέψη ότι εάν οι δασμοί IEEPA καταργηθούν, ο πρόεδρος θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει το Άρθρο 122 για να λάβει προσωρινά μέτρα σχεδόν αμέσως και να επιβάλει δασμούς έως και 15% για έως και 150 ημέρες», δήλωσε ο Μπράιτμπιλ, κάτι που θα εξασφάλιζε χρόνο στην κυβέρνηση να ακολουθήσει άλλες οδούς.

Ο Μπράιτμπιλ είπε ότι μια επιλογή «μπαλαντέρ» θα ήταν το Άρθρο 338 του Νόμου περί Δασμών του 1930, το οποίο επιτρέπει στον πρόεδρο να επιβάλλει προσωρινά δασμούς ή να θέτει περιορισμούς εάν η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ κρίνει ότι μια ξαφνική αύξηση των εισαγωγών βλάπτει μια συγκεκριμένη αμερικανική βιομηχανία.

«Δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ, επομένως είναι λίγο ασαφές πώς θα εφαρμοστεί, είτε σε συγκεκριμένη χώρα είτε σε κάτι ευρύτερο», δήλωσε ο Μπράιτμπιλ.Περιεχόμενο άρθρου

Πώς οι εταιρείες μπορούν να πάρουν πίσω τα χρήματά τους;

Το δικαστήριο δεν παρείχε οδηγίες σχετικά με την έκδοση επιστροφών χρημάτων, αλλά το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ (CIT) επιβλέπει τις νομικές διαφορές που σχετίζονται με εισαγωγικούς δασμούς και δασμούς.

Χιλιάδες εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων γνωστών εταιρειών όπως η Costco Wholesale Corp., υπέβαλαν προληπτικά αγωγές στο CIT για να διεκδικήσουν επιστροφές χρημάτων. «Τα δικαστήρια δεν έχουν δηλώσει ότι είναι απαραίτητο, αλλά οι εταιρείες ήθελαν να συμμορφωθούν παρόλα αυτά», δήλωσε ο Μπράιτμπιλ.

Στη διαφωνία του, ο δικαστής Μπρετ Κάβανο δήλωσε ότι η αποπληρωμή δισεκατομμυρίων δολαρίων θα είχε «σημαντικές συνέπειες» για το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ.

«Το δικαστήριο δεν λέει τίποτα σήμερα σχετικά με το εάν και πώς η κυβέρνηση θα πρέπει να επιστρέψει τα δισεκατομμύρια δολάρια που έχει εισπράξει από τους εισαγωγείς», είπε. «Αλλά αυτή η διαδικασία είναι πιθανό να χαρακτηριστεί από «χάος», όπως αναγνωρίστηκε κατά την προφορική αγορεύση».

Η κλίμακα των επιστροφών χρημάτων θα μπορούσε να είναι τεράστια. Οι ΗΠΑ έχουν εισπράξει περίπου 179 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ από δασμούς που σχετίζονται με την IEEPA, σύμφωνα με στοιχεία της Υπηρεσίας Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων των ΗΠΑ (CBP).

ΕΕ: Θα εξετάσουμε την απόφαση

Η Ευρωπαϊκή Ένωση μελετά «με προσοχή» την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ που έκρινε παράνομους τους δασμούς που έχει επιβάλει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σχεδόν σε όλα τα εισαγόμενα προϊόντα.

«Σημειώνουμε την απόφαση και την αναλύουμε με προσοχή» είπε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Όλοφ Γκιλ, ο εκπρόσωπος της Κομισιόν, λέγοντας ότι αναμένει «διευκρινίσεις» από την αμερικανική κυβέρνηση «σε ό,τι αφορά τα μέτρα που σκοπεύει να λάβει» έπειτα από αυτή τη δικαστική απόφαση.

«Οι επιχειρήσεις και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού εξαρτώνται από τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα των εμπορικών σχέσεων. Για αυτό εξακολουθούμε να τασσόμαστε υπέρ των χαμηλών δασμών και να εργαζόμαστε για τη μείωσή τους», πρόσθεσε.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν ανέφερε προς το παρόν ποιες θα είναι οι συνέπειες αυτής της απόφασης για την εμπορική συμφωνία που σύναψε το περασμένο καλοκαίρι με τις ΗΠΑ. Με τη συμφωνία μειώθηκαν στο 15% οι δασμοί που επέβαλαν οι ΗΠΑ στα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου θα μπορούσε να φρενάρει την εφαρμογή της συμφωνίας αυτής. Η Επιτροπή εμπορικών υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αναμένεται ότι θα ψηφίσει για το θέμα την Τρίτη.

Ο Γερμανός σοσιαλδημοκράτης ευρωβουλευτής Μπερντ Λάνγκε, ο επικεφαλής αυτής της Επιτροπής, ανακοίνωσε ότι συγκάλεσε για τη Δευτέρα «έκτακτη συνεδρίαση της ομάδας διαπραγμάτευσης και της νομικής υπηρεσίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ώστε να συζητηθούν τα επόμενα βήματα και οι επιπτώσεις της απόφασης στο προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα».

«Δεδομένου ότι ένα μεγάλο μέρος των ανταποδοτικών δασμών βασίζεται σε ένα πλέον αμφιλεγόμενο νομικό πλαίσιο, ούτε η αμερικανική κυβέρνηση, ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορούν απλώς να ξαναρχίσουν τις δραστηριότητές τους χωρίς να συνέβη τίποτα», υπογράμμισε.

Βρετανία: Αναμένουμε να διατηρηθεί η προνομιούχα εμπορική θέση μας με τις ΗΠΑ

H βρετανική κυβέρνηση έκανε σήμερα γνωστό πως θα συνεργαστεί με τη διοίκηση Τραμπ για να κατανοήσει πώς το Ηνωμένο Βασίλειο θα επηρεαστεί από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που έκρινε παράνομους τους αμερικανικούς δασμούς.

«Εργαζόμαστε με την αμερικανική διοίκηση για να κατανοήσουμε πώς αυτή η απόφαση θα επηρεάσει τους δασμούς για το Ηνωμένο Βασίλειο και τον υπόλοιπο κόσμο», δήλωσε ένας εκπρόσωπος Τύπου της κυβέρνησης σε ένα δελτίο Τύπου, υποσχόμενος να «στηρίξει τις βρετανικές επιχειρήσεις μόλις περαιτέρω λεπτομέρειες ανακοινωθούν».

«Το Ηνωμένο Βασίλειο επωφελείται από τους χαμηλότερους στον κόσμο ανταποδοτικούς δασμούς και όποιο κι αν είναι το σενάριο, εμείς αναμένουμε να διατηρηθεί η προνομιούχα εμπορική θέση μας με τις ΗΠΑ», συμπλήρωσε ο ίδιος, αναφερόμενος στη συμφωνία με την Ουάσιγκτον που επιτρέπει στο Λονδίνο να επωφεληθεί από δασμούς ύψους 10% στα περισσότερα βρετανικά προϊόντα.

Καναδάς: Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου επιβεβαιώνει πως οι δασμοί που επιβλήθηκαν από τον Τραμπ είναι «αδικαιολόγητοι»

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ «ενισχύει τη θέση του Καναδά», βάσει της οποίας οι δασμοί που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ είναι «αδικαιολόγητοι», εκτίμησε σήμερα ο Ντομινίκ ΛεΜπλάν, ο Καναδός υπουργός αρμόδιος για τις εμπορικές σχέσεις Καναδά-ΗΠΑ.

Αυτή η απόφαση που εκδόθηκε σήμερα αφορά, εντούτοις, τους δασμούς που έχουν παρουσιαστεί ως «αμοιβαίοι» από τον Ντόναλντ Τραμπ, όχι όμως εκείνοι που εφαρμόζονται σε ειδικούς τομείς οικονομικής δραστηριότητας, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία ή ο χάλυβας και το αλουμίνιο.

Στο μήνυμά του στο Χ, ο Ντομινίκ Λεμπλάν υπενθυμίζει ότι η Οτάβα συνεχίζει, επομένως, τις συνομιλίες με την Ουάσιγκτον, διότι οι καναδικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να πλήττονται από αυτούς τους δασμούς.

Διαβάστε επίσης:

Ξανά στα ηνία του CDU ο Φρίντριχ Μερτς

Αίγυπτος: Τουλάχιστον 18 νεκροί σε τροχαίο δυστύχημα – Λεωφορείο συγκρούστηκε με φορτηγό

Τη διαγραφή του Άντριου από τη σειρά διαδοχής του θρόνου εξετάζει η βρετανική κυβέρνηση – Συνεχίζονται οι έρευνες στις κατοικίες του

Πηγή: topontiki.gr

Back to top button