Ο ΕΝΦΙΑ “σπρώχνει” τα ασφαλιστήρια, αλλά εκατομμύρια κατοικίες μένουν ακόμη εκτεθειμένες και ανασφάλιστες

Η ασφάλιση κατοικίας στην Ελλάδα δεν έγινε ξαφνικά κοινωνική κατάκτηση. Έγινε φορολογικό εργαλείο. Η έκπτωση έως 20% στον ΕΝΦΙΑ λειτούργησε ως καταλύτης, ωθώντας χιλιάδες ιδιοκτήτες να στραφούν στα ασφαλιστήρια συμβόλαια. Όμως πίσω από τους εντυπωσιακούς ρυθμούς αύξησης κρύβεται μια λιγότερο αισιόδοξη πραγματικότητα: η μεγάλη πλειονότητα των κατοικιών παραμένει εκτός κάθε μορφής ασφαλιστικής προστασίας.
Τα νούμερα έχουν δύο αναγνώσεις. Από τον Σεπτέμβριο του 2023 έως τον Σεπτέμβριο του 2025, οι κατοικίες που ασφαλίστηκαν για καιρικά φαινόμενα και σεισμό αυξήθηκαν κατά 54,5%, φτάνοντας τις 786.206. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή άνοδο, που δείχνει ότι το φορολογικό κίνητρο «δούλεψε». Την ίδια στιγμή, όμως, αποκαλύπτει και το μέγεθος του προβλήματος: ακόμη και μετά την αύξηση, λιγότερο από το 20% των κατοικιών στη χώρα διαθέτουν κάποια ασφαλιστική κάλυψη.
Με βάση τα συνολικά ασφαλιστήρια συμβόλαια, που ανέρχονται σε περίπου 1,3 εκατομμύρια, το ποσοστό ασφαλισμένων κατοικιών έχει ανέβει στο 19,8% από 14% πριν από δύο χρόνια. Με απλά λόγια, οκτώ στις δέκα κατοικίες στην Ελλάδα παραμένουν ανασφάλιστες, σε μια χώρα που δοκιμάζεται συστηματικά από πυρκαγιές, πλημμύρες και σεισμούς. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, παρά το φορολογικό «καρότο», το χάσμα παραμένει τεράστιο.
Η πραγματικότητα είναι ότι ο ΕΝΦΙΑ λειτούργησε ως επιταχυντής, όχι όμως ως λύση. Για πολλούς ιδιοκτήτες, η ασφάλιση δεν αντιμετωπίζεται ως ανάγκη προστασίας της περιουσίας τους, αλλά ως μέσο περιορισμού της φορολογικής επιβάρυνσης. Εκεί όπου το όφελος είναι μικρό ή το κόστος θεωρείται δυσβάστακτο, η επιλογή της ασφάλισης παραμένει εκτός συζήτησης.
Οι προϋποθέσεις για την έκπτωση δεν είναι αμελητέες. Για να φτάσει κάποιος στο ανώτατο όριο του 20%, απαιτείται πλήρης κάλυψη για σεισμό, πυρκαγιά και πλημμύρα, και μάλιστα για τουλάχιστον τρεις μήνες μέσα στο έτος. Για κατοικίες με φορολογητέα αξία έως 500.000 ευρώ, η ετήσια ασφάλιση οδηγεί στη μέγιστη έκπτωση, ενώ για ακριβότερα ακίνητα το όφελος περιορίζεται στο 10%. Επιπλέον, το ελάχιστο ασφαλισμένο κεφάλαιο των 900 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο ανεβάζει το κόστος για παλαιά ή μεγάλα ακίνητα, αποθαρρύνοντας αρκετούς ιδιοκτήτες.
Σε αυτό προστίθεται και η γραφειοκρατία. Η διαδικασία μέσω της πλατφόρμας myProperty, αν και ψηφιακή, απαιτεί προσοχή και γνώση, ειδικά στις περιπτώσεις συνιδιοκτησίας. Δηλώσεις ΑΦΜ, συσχετίσεις συμβολαίων και ηλεκτρονικές επιβεβαιώσεις λειτουργούν αποτρεπτικά για όσους δεν έχουν εξοικείωση με τις ηλεκτρονικές διαδικασίες ή απλώς δεν θέλουν να μπουν σε έναν ακόμη κύκλο ελέγχων και διορθώσεων.
Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο. Από τη μία, το κράτος προωθεί την ασφάλιση ως έμμεση πολιτική διαχείρισης κινδύνων, περιορίζοντας μελλοντικά τις ανάγκες αποζημιώσεων από τον κρατικό προϋπολογισμό. Από την άλλη, αφήνει εκτός ένα τεράστιο κομμάτι της κοινωνίας, που είτε δεν μπορεί είτε δεν επιλέγει να ασφαλίσει την κατοικία του.
Τα εκκαθαριστικά του ΕΝΦΙΑ για το 2026 θα εκδοθούν στις αρχές Μαρτίου και ο φόρος θα πληρωθεί σε 12 δόσεις. Όμως το βασικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό: αρκεί ένα φορολογικό κίνητρο για να θωρακιστεί η ιδιωτική περιουσία ή απλώς καταγράφουμε μια επιφανειακή αύξηση, αφήνοντας εκατομμύρια κατοικίες εκτεθειμένες στις επόμενες φυσικές καταστροφές;
Διαβάστε επίσης
Πιερρακάκης: «Κερδίζουμε 800 εκατ. ευρώ ετησίως από την πρόωρη αποπληρωμή των μνημονιακών χρεών»
Πηγή: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ | topontiki.gr








