ΠΑΣΟΚ: Ο Χάρης Δούκας και η επιμονή στις «καθαρές λύσεις» 30 χρόνια μετά το «συνέδριο Σημίτη»

Η ιστορία στη Χαριλάου Τρικούπη πολλές φορές επιστρέφει ως αμείλικτος καθρέφτης. Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά το ιστορικό Συνέδριο του 1996, όπου ο Κώστας Σημίτης, με το ύφος του τεχνοκράτη αλλά την αποφασιστικότητα του ηγέτη, έριξε στο τραπέζι το «ή Πρόεδρος και Πρωθυπουργός ή παραιτούμαι», η φράση «καθαρές λύσεις» πλανιέται ξανά πάνω από το Κίνημα. Αυτή τη φορά, ο εκφραστής της δεν φοράει το κοστούμι του Πρωθυπουργού, αλλά αυτό του Δημάρχου Αθηναίων και πρώην διεκδικητή της ηγεσίας. Και το δίλημμα, αν και διαφορετικό στη μορφή, είναι εξίσου δυνατό στο περιεχόμενο.
Ο παραλληλισμός που επιχειρείται από στελέχη του ΠΑΣΟΚ δεν είναι τυχαίος. Το 1996, ο Σημίτης ζήτησε το τέλος της διαρχίας για να μπορέσει να κυβερνήσει.
Αυτή η στιγμή συγκροτεί ένα σημείο αναφοράς για κάθε μετέπειτα εσωκομματικό δίλημμα που συνδέεται με καθοριστικές αποφάσεις στρατηγικής.
Σήμερα, ο Χάρης Δούκας, με την πρότασή του για ρητή καταδίκη κάθε μετεκλογικής συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία, ζητά το τέλος της ιδεολογικής «διαρχίας».
Ζητά να μάθει το σώμα του συνεδρίου και κατ’ επέκταση η κοινωνική βάση αν το ΠΑΣΟΚ είναι ο αντίπαλος πόλος της Νέας Δημοκρατίας ή δυνητικός της εταίρος.
Όπως τότε ο Σημίτης εγκλώβισε τους «ρομαντικούς» του κόμματος θέτοντας ζήτημα κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, έτσι και σήμερα ο Δούκας επιχειρεί να εγκλωβίσει την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ σε μια γωνία που δύσκολα μπορεί να ξεφύγει.

Το αβάσταχτο βάρος του «Ίσως»
Η πολιτική ιστορία διδάσκει πως πολλές φορές οι ηγέτες κρίνονται όχι μόνο από αυτά που λένε, αλλά και από αυτά που αρνούνται να αποκλείσουν. Το 1996, το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε σε σταυροδρόμι: θα προχωρούσε με μια παραδοσιακή δομή που θα ικανοποιούσε τους κομματικούς συσχετισμούς ή θα έκανε το άλμα προς την κυβερνητική αποτελεσματικότητα; Ο Σημίτης απάντησε με το «καθαρές λύσεις». Δεν άφησε περιθώριο για παρερμηνείες. Το επιχείρημα του Δούκα δεν έχει απλώς στρατηγική διάσταση· έχει υπαρξιακή βαρύτητα. Κατά την άποψή του, παραμονές μιας κρίσιμης εκλογικής μάχης, η αμφισημία σχετικά με τις συνεργασίες εγκυμονεί ρίσκα διάσπασης ή απομείωσης του ρόλου του κόμματος στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο.
Το δίλημμα που θέτει, είτε υπερψηφίζουμε τη ρητή δέσμευση είτε αντιμετωπίζουμε τα ασαφή μηνύματα ως στρατηγική επιλογή που μπορεί να ανοίξει την πόρτα σε συγκυβερνήσεις με τη Νέα Δημοκρατία, αντιστοιχεί με την ουσία των «καθαρών λύσεων». Η διαφορά σε σχέση με το 1996 είναι ότι εδώ δεν τίθεται προσωπική ηγεσία ως νομιμοποιητικό στοιχείο, αλλά ιδεολογική και στρατηγική νομιμοποίηση για μελλοντικές συμμαχίες και πολιτικά συστήματα διακυβέρνησης.
Η πρόταση Δούκα για ρητή δέσμευση «μη συνεργασίας» επιχειρείται να λειτουργήσει ως απολυμαντικό. Αν η ηγεσία την αποδεχτεί, το ΠΑΣΟΚ κατά τον κ. Δούκα επανακτά το ηθικό πλεονέκτημα του βασικού πόλου της αντιπολίτευσης. Αν την απορρίψει ή προσπαθήσει να την προσπεράσει με διαδικαστικά τερτίπια τότε αυτομάτως λέει ο Δήμαρχος της Αθήνας ότι αυτή η τακτική ομολογεί ενοχή. «Εμμέσως πλην σαφώς θα είναι σαν να κλείνει το μάτι στη Δεξιά» ανάφερε πρόσφατα στο Action24.
Οι συνεργάτες του δημάρχου Αθηναίων αναφέρουν ότι δεν ζητάει λευκή επιταγή για τον εαυτό του, αλλά καθαρό ορίζοντα για την παράταξη. Αποκαλύπτει ότι η άρνηση των καθαρών λύσεων δεν είναι ζήτημα μετριοπάθειας, αλλά ζήτημα πολιτικής επιβίωσης. Ένα κόμμα που αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να γίνει «δεκανίκι», έχει ήδη χάσει τη μάχη της νίκης πριν καν δοθεί.
Το φάντασμα της Ευρώπης και το γάντι της ηγεσίας
Το διακύβευμα, ωστόσο, ξεπερνά τα στενά όρια της Χαριλάου Τρικούπη. Η ευρωπαϊκή εμπειρία χτυπάει ένα ηχηρό καμπανάκι κινδύνου. Όπου η Σοσιαλδημοκρατία δίστασε να χαράξει τις κόκκινες γραμμές της απέναντι στη κεντροδεξιά ή την χριστιανοδημοκρατία και αποδέχτηκε τον ρόλο του βολικού εταίρου, τιμωρήθηκε σκληρά από τους ψηφοφόρους. Από τη Γαλλία μέχρι τη Γερμανία, τα ιστορικά κόμματα που επέλεξαν την ασάφεια έναντι της καθαρότητας, είδαν τα ποσοστά τους να εξανεμίζονται. Το ΠΑΣΟΚ έχει την πολυτέλεια να αγνοήσει αυτό το μάθημα; Πολλά στελέχη έχοντας στο μυαλό τους την συγκυβέρνηση των χρόνων του μνημονίου λένε ότι η «υπεύθυνη στάση» δεν μπορεί να είναι συνώνυμο της πολιτικής αυτοχειρίας.

Υπό αυτό το πρίσμα, η κίνηση του Χάρη Δούκα δεν είναι απλώς μια τροπολογία – είναι το «γάντι» που πετιέται στο πάτωμα του Συνεδρίου. Ο Δούκας καλεί το ΠΑΣΟΚ να βρει τον «χαμένο εαυτό του», να απαλλαγεί από τις ενοχές και να χρησιμοποιήσει τα λάθη του παρελθόντος ως «μνήμη του μέλλοντος».
Το 1996, ο Κώστας Σημίτης κοίταξε το σώμα στα μάτια και ζήτησε να λυθούν τα χέρια του. Σήμερα λέει η πλευρά Δούκα η ιστορία καλεί τον Νίκο Ανδρουλάκη να κάνει το αντίστροφο: να δεσμεύσει τα χέρια του κόμματος έναντι της Νέας Δημοκρατίας, για να απελευθερώσει τη δυναμική του στην κοινωνία. Θα σηκώσει η ηγεσία αυτό το γάντι; Θα επιλέξει τις «καθαρές λύσεις» και την ιδεολογική αυτονομία του χώρου ή θα οχυρωθεί πίσω από διαδικασίες και ισορροπίες τρόμου; Ο Κώστας Σημίτης τότε κέρδισε γιατί έθεσε το δίλημμα χωρίς περιστροφές. Ο Χάρης Δούκας, ακολουθώντας εκείνα τα χνάρια, θέτει σήμερα το ΠΑΣΟΚ μπροστά στον καθρέφτη του.
Η πλευρά της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ φαίνεται να απαντά ότι η παράταξη δεν θα κάνει πολιτική με «τελετουργικά πιστοποιητικά καθαρότητας» ούτε θα μετατρέψει το Συνέδριο σε διαγωνισμό του ποιος βάζει διλήμματα και ζητά υπογραφές.
Η καθαρή λύση για το ΠΑΣΟΚ είναι να χτίσει νικηφόρο σχέδιο: πρόγραμμα, στελέχωση, κοινωνικές συμμαχίες, και μια κυβερνητική πρόταση που μπορεί να σταθεί μόνη της χωρίς δεκανίκια και χωρίς γκρίζες ζώνες.
Και το να τιμήσει κάποιος την ιστορία των «καθαρών λύσεων», είναι να μην τις κάνει εργαλείο εσωκομματικής πίεσης αλλά εργαλείο πολιτικής αντεπίθεσης στην κοινωνία. Η πρόταση Δούκα πάντως αντανακλά μια βαθύτερη ανάλυση της κατάστασης: ότι το ΠΑΣΟΚ, εφόσον θέλει να επιστρέψει ως καθαρά κεντροαριστερή δύναμη ικανή να διεκδικήσει διακυβέρνηση πρέπει να αποφασίσει τώρα και όχι εκ των υστέρων μετεκλογικά.
Αυτό είναι, πολιτικά, το στοίχημα του συνεδρίου για εκείνον.
Διαβάστε επίσης:
Θεόδωρος Λιβάνιος: Ετοιμάζουμε ηλεκτρονική ψήφο για τις αυτοδιοικητικές του 2028
Ανακάμπτοντας στην… καμπούρα των άλλων








