Οικονομία

Πολυτέλεια το εμφιαλωμένο νερό από το καλοκαίρι; Ο κίνδυνος διπλασιασμού της τιμής του

Το εμφιαλωμένο νερό, το πιο φθηνό και βασικό προϊόν του ραφιού, κινδυνεύει να γίνει πολυτέλεια. Όχι λόγω ξηρασίας ή έλλειψης πρώτων υλών, αλλά εξαιτίας μιας «πράσινης» πολιτικής που μεταφέρει το κόστος της ανακύκλωσης απευθείας στον καταναλωτή. Το σύστημα εγγυοδοσίας συσκευασιών (DRS) έρχεται σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια έχει παγιωθεί ως καθημερινότητα και απειλεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής τιμών σε βασικά αγαθά, σε μια αγορά που ήδη ασφυκτιά.

Η λογική του συστήματος παρουσιάζεται απλή και δίκαιη: πληρώνεις μια μικρή εγγύηση, επιστρέφεις τη συσκευασία, παίρνεις τα χρήματά σου πίσω. Όμως αυτή η «απλότητα» καταρρέει μόλις μεταφερθεί από τα χαρτιά στην πραγματική ζωή. Ο καταναλωτής καλείται να προκαταβάλει χρήματα, να αποθηκεύει άδειες φιάλες, να αναζητά ειδικούς κάδους και να λειτουργεί ως ο τελικός διαχειριστής ενός συστήματος που σχεδιάστηκε χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ελληνικές συνθήκες.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η εγγύηση των 10 ή 20 λεπτών. Είναι το συνολικό κόστος του μηχανισμού. Μηχανήματα επιστροφής, μεταφορές, διαλογή, συντήρηση, πληροφοριακά συστήματα, ανθρώπινο δυναμικό. Όλα αυτά δεν εξαφανίζονται μαγικά. Κάποιος τα πληρώνει. Και σε μια αγορά όπου το κόστος ενέργειας, τα ενοίκια και οι πρώτες ύλες έχουν ήδη εκτιναχθεί, η μετακύλιση στις τελικές τιμές δεν είναι σενάριο· είναι βεβαιότητα.

Έτσι, το DRS κινδυνεύει να λειτουργήσει όχι ως εργαλείο ανακύκλωσης, αλλά ως έμμεσος μηχανισμός ανατίμησης. Το εμφιαλωμένο νερό, τα αναψυκτικά, τα καθημερινά προϊόντα που καταναλώνονται μαζικά, απειλούνται με αυξήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αγγίξουν ακόμη και τον διπλασιασμό της τιμής. Και όλα αυτά σε μια χώρα όπου η ακρίβεια δεν είναι πια «εισαγόμενο φαινόμενο», αλλά μόνιμη συνθήκη.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο οξύ αν εξεταστεί κοινωνικά. Το κόστος του DRS δεν βαραίνει όλους το ίδιο. Τα χαμηλότερα εισοδήματα, οι οικογένειες, οι ηλικιωμένοι, όσοι ζουν σε περιοχές χωρίς εύκολη πρόσβαση σε σημεία επιστροφής, επιβαρύνονται δυσανάλογα. Για αυτούς, η προσωρινή δέσμευση χρημάτων μέσω της εγγύησης δεν είναι αμελητέα, ενώ η ταλαιπωρία δεν είναι επιλογή, αλλά υποχρέωση.

Παράλληλα, το κράτος εμφανίζεται να μεταφέρει την ευθύνη επιτυχίας του συστήματος στους πολίτες, χωρίς να έχει διασφαλίσει βασικές προϋποθέσεις: επαρκές δίκτυο κάδων, καθαρό θεσμικό πλαίσιο, ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα. Σε μια χώρα με νησιά, τουριστικές εκρήξεις και έντονη γεωγραφική πολυδιάσπαση, η ιδέα ότι ο καταναλωτής θα κυνηγά σημεία επιστροφής μοιάζει περισσότερο με θεωρητική άσκηση παρά με εφαρμόσιμη πολιτική.

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό το καλοκαίρι. Σε τουριστικές περιοχές, ποιος θα διαχειρίζεται τις επιστροφές; Οι επισκέπτες; Οι μικρές επιχειρήσεις; Και τι θα γίνεται όταν τα συστήματα δεν λειτουργούν ή οι κάδοι είναι γεμάτοι; Ο καταναλωτής θα έχει πληρώσει, αλλά δεν θα μπορεί να πάρει πίσω τα χρήματά του.

Κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη ενίσχυσης της ανακύκλωσης. Όμως άλλο πράγμα η περιβαλλοντική πολιτική και άλλο η μετατροπή της σε μηχανισμό επιβάρυνσης της καθημερινής ζωής. Όταν η «πράσινη μετάβαση» μετριέται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, τότε παύει να είναι κοινωνικά ουδέτερη.

Το DRS, έτσι όπως σχεδιάζεται, κινδυνεύει να γίνει ακόμη ένα παράδειγμα πολιτικής που υλοποιείται χωρίς κοινωνικό φίλτρο. Μια πολιτική που φορτώνει το κόστος στον πιο αδύναμο κρίκο της αλυσίδας: τον καταναλωτή. Και όταν αυτό συμβαίνει σε συνθήκες γενικευμένης ακρίβειας, το αποτέλεσμα δεν είναι περιβαλλοντική πρόοδος, αλλά κοινωνική δυσαρέσκεια.

Γιατί, τελικά, αν η οικολογία πληρώνεται ακριβά, δεν είναι πράσινη πολιτική. Είναι απλώς ένας ακόμη λογαριασμός.

Διαβάστε επίσης

Μισθοί για κλάματα: Κάτω από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου, ένας στους τρεις εργαζόμενος με 1000 μικτά  

Έλεγχοι της ΑΑΔΕ με αλγόριθμους: Μεταβιβάσεις ακινήτων, δωρεές και κληρονομιές στο στόχαστρο 

Σε δύο δουλειές και 13ωρα «σπρώχνει» τους εργαζόμενους το αυξανόμενο κόστος ζωή

Πηγή: topontiki.gr

Back to top button