Θα «χωρέσουν» τα ελληνικά αεροδρόμια τον επιπλέον τουρισμό του 2026;
Την ώρα που τα πρώτα στοιχεία δείχνουν μεγαλύτερο ρεύμα επισκεπτών στη χώρα, αυξάνονται τα ερωτήματα εάν οι ελληνικές υποδομές «αντέχουν» να τον υποδεχθούν.
Η έναρξη του 2026 έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η δυναμική του ελληνικού τουρισμού όχι μόνο διατηρείται, αλλά επιταχύνεται. Τα πρώτα στοιχεία από τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια που διαχειρίζεται η Fraport Greece δείχνουν αύξηση 8,1% στην επιβατική κίνηση τον Ιανουάριο, με 717.808 επιβάτες συνολικά. Το ποσοστό αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς αφορά έναν μέχρι προ ετών «νεκρό» τουριστικά μήνα. Και το γεγονός αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι η ζήτηση αποκτά πλέον πιο δομικά χαρακτηριστικά και δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη θερινή αιχμή.
Η εγχώρια κίνηση αυξήθηκε κατά 10,4%, λειτουργώντας ως σταθεροποιητής, ενώ στο διεθνές σκέλος η άνοδος διαμορφώθηκε στο 4,6%. Η γερμανική αγορά παραμένει στρατηγικός πυλώνας, με 42.431 αφίξεις, επιβεβαιώνοντας ότι η Γερμανία εξακολουθεί να αποτελεί τη «ραχοκοκαλιά» της ζήτησης. Θεσσαλονίκη (+7,4%), Σαντορίνη (+19%), Ρόδος (+11,6%) και Χανιά (+8%) κινήθηκαν ανοδικά, δείχνοντας ότι η τουριστική δραστηριότητα αποκτά διάρκεια πέραν της κλασικής περιόδου αιχμής.
Το βασικό ερώτημα, όμως, αφορά το πως η ελληνική τουριστική υποδομή θα διαχειριστεί το διαρκώς αυξανόμενο τουριστικό ρεύμα… Μια και τα αεροδρόμια ήδη από διετίας ζορίζονται.
Από το ρεκόρ του 2025 στις προσδοκίες του 2026
Το 2025 έκλεισε με ιστορικό υψηλό για τα ελληνικά αεροδρόμια: 83,3 εκατ. επιβάτες σε 39 αεροδρόμια, αύξηση περίπου 4,9% έναντι του 2024. Στον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών («Ελευθέριος Βενιζέλος») η αύξηση ήταν ακόμη εντονότερη, περίπου 6,7%, με τον συνολικό αριθμό να αγγίζει τα 34 εκατ. επιβάτες. Τα περιφερειακά της Fraport ξεπέρασαν τα 37 εκατ., με άνοδο 3%.
Με βάση αυτή τη βάση εκκίνησης, οι περισσότερες προβλέψεις για το 2026 συγκλίνουν σε ετήσια αύξηση 4%–6%, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν εξωγενείς αναταράξεις. Το ισχυρό ξεκίνημα του Ιανουαρίου ενισχύει το σενάριο συνέχισης της ανοδικής τροχιάς.
Όμως, όσο αυξάνεται η ζήτηση, τόσο εντείνεται το ερώτημα: μπορούν οι υποδομές να ακολουθήσουν και να εξυπηρετήσουν σωστά, συμβάλλοντας στην ευρύτερη ταξιδιωτική εμπειρία;
Το «Ελευθέριος Βενιζέλος» μπροστά σε μεταβατική φάση
Ο αερολιμένας «Ελευθέριος Βενιζέλος» έχει ήδη εισέλθει σε περίοδο μεγάλων επενδύσεων. Ίσως βέβαια με καθυστέρηση, μια και το όριο φόρτου του, έχει συμπληρωθεί από διετίας, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές. Το πολυετές πρόγραμμα επέκτασης, προϋπολογισμού περίπου 1 δισ. ευρώ, στοχεύει στην αύξηση της δυναμικότητας στους 40 εκατ. επιβάτες και στην αναβάθμιση των επιβατικών υποδομών με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2032.
Ωστόσο, το κρίσιμο σημείο είναι ότι η αύξηση της ζήτησης προηγείται χρονικά της ολοκλήρωσης των έργων. Το 2026 και τα επόμενα έτη το αεροδρόμιο θα λειτουργεί ουσιαστικά σε «μεταβατικό καθεστώς»: αυξημένη κίνηση με υποδομές που επεκτείνονται αλλά δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί. Σε περιόδους αιχμής –ιδίως άνοιξη και καλοκαίρι– αυτό μεταφράζεται σε πιέσεις σε σημεία όπως οι έλεγχοι ασφαλείας, οι πύλες επιβίβασης και οι χώροι διαβατηριακού ελέγχου. Και ήδη από πέρυσι το ζήτημα αυτό έχει γίνει ορατό με τεράστιες ουρές στα counters, αλλά και με υπερφόρτωση του εναερίου χώρου (ATC), κάτι για το οποίο δεν είναι ευχαριστημένες οι αεροπορικές εταιρείες, που υποχρεώνονται σε καθυστερήσεις, μειώνοντας τις επιδόσεις τους σε ακρίβεια των χρόνων αναχωρήσεων και αφίξεων.
Περιφερειακά: ανάπτυξη μεν, αλλά…
Στα 14 αεροδρόμια της Fraport, η εικόνα είναι διττή. Από τη μία, η άνοδος του Ιανουαρίου επιβεβαιώνει ότι η τουριστική περίοδος διευρύνεται. Από την άλλη, τα περισσότερα από αυτά τα αεροδρόμια σχεδιάστηκαν για έντονη αλλά βραχυχρόνια αιχμή. Όταν η κίνηση επεκτείνεται χρονικά, η ανάγκη για σταθερή στελέχωση, επάρκεια ελέγχων και διαχείριση slot γίνεται πιο σύνθετη.
Η Fraport έχει ήδη ολοκληρώσει σημαντικό κύκλο αναβαθμίσεων από το 2017 και μετά. Ωστόσο, η συνεχής αύξηση της ζήτησης δημιουργεί νέα δεδομένα. Σε προορισμούς όπως η Σαντορίνη ή Ρόδος, όπου οι υποδομές λειτουργούν κοντά στα όριά τους το καλοκαίρι, μια επιπλέον αύξηση 5%–6% μπορεί να σημαίνει σημαντικές επιχειρησιακές προσαρμογές.
Η μεγάλη πρόκληση: capacity vs demand
Το 2026 διαμορφώνεται ως χρονιά ισορροπίας ανάμεσα στη ζήτηση και τη διαχειριστική ικανότητα. Η Ελλάδα παραμένει εξαιρετικά ελκυστικός προορισμός, με αεροπορικές εταιρείες να ενισχύουν συνδέσεις και να επεκτείνουν περιόδους λειτουργίας. Η αύξηση όμως δεν είναι μόνο αριθμητική – είναι και ποιοτική. Οι ταξιδιώτες αναμένουν ταχύτητα, άνεση και ψηφιακές υπηρεσίες.
Εάν οι επενδύσεις «τρέξουν» με τον προβλεπόμενο ρυθμό, η χώρα θα μπορέσει να απορροφήσει τη μεσοπρόθεσμη άνοδο. Αν όμως η ζήτηση επιταχυνθεί ταχύτερα από τις επεκτάσεις, οι πιέσεις θα είναι ορατές – όχι μόνο σε επίπεδο εμπειρίας επιβάτη, αλλά και στη συνολική εικόνα του τουριστικού προϊόντος. Και αυτό είναι ένα πρόβλημα, που με βάση τα δεδομένα δεν δείχνει να έχει βραχυπροθεσμα απάντηση.
Έτσι, το 2026 ξεκινά μεν, με σαφές θετικό πρόσημο για τον ελληνικό τουρισμό, άλλα όχι για τους ίδιους τους τουρίστες και κυρίως για τους αερομεταφορείς, που διατυπώνουν ήδη ισχυρά παράπονα. Μια και οι ίδιες «γεμίζουν» τη χώρα, αλλά οι υποδομές δείχνουν πλέον αδυναμία να στηρίξουν την αύξηση του ρεύματος.
Οι αρμόδιες αρχές και φορείς έχουν ήδη αναγνωρίσει ότι:
Η αύξηση των αφίξεων βάζει πίεση στην υπάρχουσα υποδομή — τόσο στο «Ελ. Βενιζέλος» όσο και στα περιφερειακά αεροδρόμια, ιδιαίτερα σε ώρες αιχμής.
Υπάρχει ανάγκη για επέκταση και αναβάθμιση των εγκαταστάσεων, ειδικά στην επιβατική υποδομή και στους χώρους ελέγχων ασφαλείας και επιβίβασης, ώστε να μην προκαλούνται συνωστισμοί ή καθυστερήσεις.
Για το «Ελ. Βενιζέλος», η έναρξη ενός πολυετούς επενδυτικού προγράμματος δείχνει ότι η προβλεπόμενη αύξηση λαμβάνει υπόψη την ανάγκη για περισσότερη χωρητικότητα. Όμως τα έργα δεν θα ολοκληρωθούν άμεσα .Κάτι που σημαίνει ότι η αεροπορική υποδομή θα πρέπει να λειτουργήσει σε «ημιτελή» φάση ενώ η επιβατική κίνηση αυξάνεται.
Η αποχώρηση του επί 19 χρόνια CEO, Γιάννη Παράσχη, δεν συνδέθηκε με αυτήν την «μεταβατική ανωμαλία», αλλά (όπως διατυπώθηκε επίσημα) με την «ολοκλήρωση ενός μακρού κύκλου διοίκησης». Παρ’ όλα αυτά, η αλλαγή ηγεσίας συμπίπτει με μια περίοδο που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς: διαχείριση αυξημένης ζήτησης, επενδυτική υλοποίηση και διατήρηση υψηλού επιπέδου εξυπηρέτησης. Πλέον, όλα αυτά «πέφτουν» στα χέρια τους αντικαταστάτη του…
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τον CEO της Fraport Greece, Αλεξάντερ Τσινέλ. Υπό τη διοίκηση του γερμανού manager, η εταιρεία έχει σχεδόν ολοκληρώσει τις εργασίες ανακατασκευή των 14 αερολιμένων που ανέλαβε, με βάση τα δεδομένα αφίξεων και αναχωρήσεων που αντιστοιχούν σε δεδομένα δεκαετίας.
Τα ρεκόρ του 2025 δημιουργούν υψηλή βάση σύγκρισης, όμως οι πρώτοι μήνες δείχνουν ότι η δυναμική παραμένει ισχυρή και ανοδική. Έτσι, το στοίχημα δεν είναι πλέον μόνο η προσέλκυση περισσότερων επισκεπτών, αλλά η διαχείριση της επιτυχίας. Και κυρίως σε ποιοτικό επίπεδο.
Τα αεροδρόμια της χώρας –τόσο το κεντρικό της Αθήνας όσο και τα περιφερειακά– καλούνται να λειτουργήσουν σε περιβάλλον αυξημένων ροών πριν ολοκληρωθούν οι μεγάλες επενδύσεις. Εάν το σύστημα αντέξει τη μεταβατική περίοδο, η Ελλάδα μπορεί να παγιώσει τη θέση της σε ένα νέο, υψηλότερο επίπεδο τουριστικής δραστηριότητας. Αν όχι, το 2026 ίσως αποτελέσει το πρώτο σαφές καμπανάκι ότι η ανάπτυξη χρειάζεται ακόμη ταχύτερη ενίσχυση υποδομών.
Διαβάστε επίσης:
ΕΝΦΙΑ: Ο φόρος των ακινήτων επιστρέφει με παγίδες, λάθη και περιορισμένες εκπτώσεις για ιδιοκτήτες
Πηγή: topontiki.gr



