Τουρισμός: Περισσότερα ανά ημέρα, λιγότερα στο σύνολο και ένα μοντέλο που μετακινείται

Η αύξηση της ημερήσιας δαπάνης των ξένων τουριστών στην Ελλάδα καταγράφεται σταθερά την τελευταία δεκαετία. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, όπως αναλύονται στη μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ για την περίοδο 2015–2024, δείχνουν ότι οι επισκέπτες πληρώνουν πλέον ακριβότερα κάθε ημέρα παραμονής τους στη χώρα. Η συνολική εικόνα, ωστόσο, δεν ακολουθεί την ίδια ανοδική πορεία.
Συγκεκριμένα, η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση αυξήθηκε κατά 20,6% μέσα σε μία δεκαετία, φθάνοντας σχεδόν τα 90 ευρώ. Παράλληλα όμως, η μέση κατά κεφαλή δαπάνη –το ποσό που αφήνει συνολικά κάθε τουρίστας στη χώρα– εμφανίζει μικρή αλλά σαφή υποχώρηση. Ο λόγος εντοπίζεται αποκλειστικά στη μείωση της διάρκειας παραμονής, η οποία από σχεδόν οκτώ διανυκτερεύσεις το 2015 περιορίστηκε σε περίπου έξι και μισή το 2024.
Η τάση αυτή αποτυπώνει μια μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο καταναλώνεται το τουριστικό προϊόν. Οι επισκέπτες δεν εγκαταλείπουν την Ελλάδα, αλλά προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους. Μένουν λιγότερο, οργανώνουν πιο σύντομα ταξίδια και συμπιέζουν τη συνολική τους δαπάνη, ακόμη και αν πληρώνουν περισσότερα ανά ημέρα.
Η εξέλιξη δεν είναι αιφνιδιαστική. Ήδη πριν από την πανδημία, η διάρκεια των ταξιδιών εμφάνιζε καθοδική τάση, παρά την αύξηση της ημερήσιας δαπάνης. Η υγειονομική κρίση ανέκοψε προσωρινά αυτή την πορεία. Το 2020 και το 2021, με πολύ λιγότερους επισκέπτες, καταγράφηκε μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής και υψηλότερη συνολική δαπάνη ανά τουρίστα. Η Ελλάδα εμφανίστηκε τότε ως προορισμός ασφάλειας, γεγονός που επηρέασε τόσο το προφίλ όσο και τη συμπεριφορά των επισκεπτών.
Από το 2022 και μετά, όμως, η ομαλοποίηση της διεθνούς ταξιδιωτικής αγοράς επανέφερε –και ενίσχυσε– τις προϋπάρχουσες τάσεις. Η διάρκεια των διακοπών μειώνεται σταθερά και το 2024 καταγράφεται στο χαμηλότερο επίπεδο από την έναρξη της Έρευνας Συνόρων το 2005. Η ημερήσια δαπάνη συνεχίζει να αυξάνεται, αλλά με βραδύτερο ρυθμό, γεγονός που δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τη μείωση των διανυκτερεύσεων.
Παράλληλα, μεταβάλλεται το μείγμα των αγορών. Οι παραδοσιακές αγορές της Δυτικής Ευρώπης, που ιστορικά εμφάνιζαν υψηλότερη δαπάνη και μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής, υποχωρούν ως ποσοστό. Τη θέση τους καταλαμβάνουν περισσότερο κοντινές αγορές, κυρίως από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, με χαμηλότερη μέση δαπάνη. Την ίδια στιγμή, τα ταξίδια τύπου city break ενισχύονται, κυρίως προς την Αθήνα, αυξάνοντας τις αφίξεις αλλά περιορίζοντας τη συνολική παραμονή.
Η σύγκριση με την Ισπανία ενισχύει αυτή την εικόνα. Μετά την προσαρμογή των στοιχείων ώστε να είναι συγκρίσιμα, το 2024 καταγράφεται διεύρυνση της διαφοράς στη συνολική δαπάνη ανά τουρίστα υπέρ της Ισπανίας. Εκεί, τόσο η διάρκεια παραμονής όσο και η ημερήσια δαπάνη αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό, ενώ η Ελλάδα εμφανίζει πιο συγκρατημένες επιδόσεις.
Τα στοιχεία δεν δείχνουν υποχώρηση της ζήτησης, αλλά αλλαγή προσανατολισμού. Περισσότερες αφίξεις, μικρότερη παραμονή, διαφορετικό μείγμα αγορών και ένα τουριστικό μοντέλο που φαίνεται να μετακινείται σταδιακά από τη διάρκεια στην ένταση. Το οικονομικό αποτύπωμα αυτής της μεταβολής παραμένει το βασικό ζητούμενο.
Διαβάστε επίσης:
Στο φορολογικό μικροσκόπιο τα crypto από το 2026 με αυτόματη ανταλλαγή στοιχείων
Ο μισθός τελειώνει στις 18 του μήνα και η ακρίβεια πιέζει πλέον ασφυκτικά τη μεσαία τάξη
Πηγή: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ | topontiki.gr








