Κολούμπο: Τι μας διδάσκει το τσουνάμι του 1650 και πόσο έτοιμη είναι σήμερα η Σαντορίνη

Το υποθαλάσσιο ηφαίστειο του Κολούμπο, λίγα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Σαντορίνης, δεν αποτελεί απλώς ένα εντυπωσιακό γεωλογικό αξιοθέατο του Αιγαίου. Είναι ένας ενεργός φυσικός μηχανισμός, ο οποίος πριν από ένα χρόνο περίπου αναστάτωσε κατοίκους και επισκέπτες του νησιού, ενώ προβλημάτισε ιδιαίτερα την επιστημονική κοινότητα. Επίσης, στο παρελθόν έχει προκαλέσει σοβαρές καταστροφές και, σύμφωνα με νέες επιστημονικές μελέτες, μπορεί υπό προϋποθέσεις να δημιουργήσει τσουνάμι με ελάχιστο χρόνο προειδοποίησης για το νησί.
Σε αυτήν ακριβώς τη βάση κινείται και άρθρο του καθηγητή Σεισμολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Κώστα Παπαζάχου, ο οποίος συμμετείχε σε τμήματα της πρόσφατης διεθνούς ερευνητικής προσπάθειας για το ηφαιστειακό πεδίο του Κολούμπο και επιχειρεί να μεταφέρει τα επιστημονικά συμπεράσματα με απλό και κατανοητό τρόπο στους κατοίκους της Σαντορίνης και των γύρω νησιών.

Τα νέα δεδομένα προκύπτουν από ένα μεγάλο ερευνητικό πρόγραμμα που ξεκίνησε στις αρχές του 2022. Με πρωτοβουλία του τότε προέδρου του Ινστιτούτου Μελέτης και Παρακολούθησης Ηφαιστείου Σαντορίνης (ΙΜΠΗΣ), δρ. Γιώργου Βουγιουκαλάκη, και της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΕΑΓΜΕ), ξεκίνησε ένα φιλόδοξο ερευνητικό πρόγραμμα για την καλύτερη κατανόηση των ηφαιστειακών και συναφών κινδύνων που σχετίζονται με το υποθαλάσσιο ηφαιστειακό πεδίο του Κολούμπο. Πρόκειται για ένα από τα πιο ιδιαίτερα και λιγότερο κατανοημένα ηφαιστειακά συστήματα του ελληνικού χώρου, με άμεση γεωγραφική και ιστορική σύνδεση με τη Σαντορίνη. Η συντονισμένη δουλειά μιας μεγάλης διεθνούς ομάδας επιστημόνων οδήγησε σε σημαντικά νέα ευρήματα, τα οποία δημοσιεύθηκαν σε ειδικό αφιέρωμα του επιστημονικού περιοδικού Bulletin of Volcanology με τίτλο «Volcanism in the Kolumbo Volcanic Field, South Aegean: Reconstruction of the past – hazard and risk assessment for the future».
Εκεί παρουσιάζονται σύγχρονες προσομοιώσεις και μοντέλα κινδύνου που επιχειρούν να απαντήσουν σε ένα κρίσιμο ερώτημα, ποια είναι τα πιο ρεαλιστικά και επικίνδυνα σενάρια σε περίπτωση νέας δραστηριοποίησης του Κολούμπο;
Κεντρικό σημείο αναφοράς, όπως επισημαίνει ο κ. Παπαζάχος, παραμένει η ιστορική έκρηξη του 1650 μ.Χ. Σύμφωνα με τα ιστορικά και γεωλογικά στοιχεία, τα κύματα εκείνα έφτασαν σε υψόμετρα 15 έως 20 μέτρων πάνω από τη στάθμη της θάλασσας, εισχωρώντας περισσότερα από 600 μέτρα στην ξηρά στον Μονόλιθο και πάνω από 350 μέτρα στην Περίσσα.
Η κατανόηση των μηχανισμών που οδήγησαν σε εκείνο το γεγονός θεωρείται κρίσιμη για την εκτίμηση του σημερινού κινδύνου.
Η πρόσφατη μελέτη των Tadini και των συνεργατών τους, στην οποία αναφέρεται ο καθηγητής Σεισμολογίας, κ. Παπαζάχος, δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε έναν μηχανισμό που μέχρι πρόσφατα είχε υποτιμηθεί: τις υποθαλάσσιες κατολισθήσεις στο εσωτερικό του κρατήρα ή στις πλαγιές του ηφαιστείου του Κολούμπο. Οι ερευνητές εξέτασαν τρία σενάρια, από μια σχετικά μικρή κατολίσθηση στις νοτιοδυτικές πλαγιές του ηφαιστείου, προς τη Σαντορίνη, μέχρι μια εκτεταμένη κατάρρευση στο εσωτερικό της καλδέρας και, τέλος, ένα ακραίο σενάριο συνολικής κατάρρευσης ολόκληρης της καλδέρας.
Τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων
Τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων είναι ιδιαίτερα συγκεκριμένα. Σε όλα τα σενάρια, το τσουνάμι φτάνει γρήγορα στη Σαντορίνη. Στις πιο εκτεθειμένες βορειοανατολικές ακτές, κοντά στο ακρωτήριο Κολούμπο, ο χρόνος άφιξης κυμαίνεται από 2 έως 3 λεπτά, ενώ στις ανατολικές και νοτιοανατολικές ακτές, όπως η Περίσσα, φτάνει τα 10 λεπτά. Η ταχύτητα με την οποία τα κύματα κινούνται στην ξηρά κυμαίνεται από 7 έως και 45 χιλιόμετρα την ώρα, στοιχείο που αυξάνει σημαντικά την επικινδυνότητα.

Στο ήπιο σενάριο, που αφορά μια μικρής κλίμακας κατολίσθηση στις πλαγιές του ηφαιστείου, τα κύματα που δημιουργούνται δεν φαίνεται να μπορούν να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στη Σαντορίνη. Όμως η εικόνα αλλάζει δραστικά στα σενάρια κατολίσθησης εντός της καλδέρας. Στο δυσμενέστερο από αυτά, τα κύματα του τσουνάμι μπορούν να ξεπεράσουν τα 10 μέτρα ύψος στις βορειοανατολικές ακτές και τα 5 μέτρα στις ανατολικές και νοτιοανατολικές περιοχές, όπως ο Μονόλιθος, το Καμάρι και η Περίσσα. Οι επιπτώσεις, όπως σημειώνει ο καθηγητής Σεισμολογίας, προσεγγίζουν έντονα εκείνες που έχουν αποδοθεί στο τσουνάμι του 1650.
Αντίθετα, στο εσωτερικό της καλδέρας της Σαντορίνης, σε περιοχές όπως ο Γυαλός, ο Αθηνιός και ο Κόρφος Θηρασιάς, το τσουνάμι από το Κολούμπο φτάνει σε 6 έως 8 λεπτά, αλλά με σαφώς μικρότερα ύψη. Ακόμη και στο δυσμενέστερο σενάριο, τα μέγιστα ύψη των κυμάτων δεν ξεπερνούν το 1 μέτρο, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τον κίνδυνο για τα λιμάνια της καλδέρας.
Ο καθηγητής Κώστας Παπαζάχος υπογραμμίζει ότι, παρά τους μικρούς χρόνους άφιξης, υπάρχει ένας περιορισμένος αλλά κρίσιμος χρόνος αντίδρασης, της τάξης λίγων λεπτών. Τα διαθέσιμα σενάρια επιτρέπουν να προσδιοριστούν με σχετική ασφάλεια οι περιοχές προς τις οποίες πρέπει να κινηθεί κάποιος που βρίσκεται σε παραλιακό οικισμό της ανατολικής Σαντορίνης, ιδιαίτερα αν προηγηθεί ισχυρή σεισμική δόνηση.
Το συμπέρασμα είναι σαφές, μια κατολίσθηση στις πλαγιές του Κολούμπο δεν αναμένεται να έχει σοβαρές συνέπειες, όμως οι κατολισθήσεις στο εσωτερικό του κρατήρα αποτελούν το πιο επικίνδυνο σενάριο. Τα νέα επιστημονικά δεδομένα δεν αλλάζουν τη ζωή στο νησί, αλλά προσφέρουν κάτι πολύτιμο, τη δυνατότητα καλύτερου σχεδιασμού, στοχευμένων μέτρων προστασίας και ψύχραιμης προετοιμασίας απέναντι σε έναν κίνδυνο που, αν και σπάνιος, είναι απολύτως υπαρκτός.
Διαβάστε επίσης:
Θεσσαλονίκη: Κατεδαφίζεται η γέφυρα Πανοράματος για το Flyover (Video)








