Εξωδικαστικός: «μπαίνουν» και τα δημοτικά χρέη – αλλά τον μοχλό τον κρατούν οι δήμοι

Με μια νέα νομοθετική πρόβλεψη η κυβέρνηση ανοίγει τον εξωδικαστικό μηχανισμό και για οφειλές προς δήμους και νομικά τους πρόσωπα, ακόμη κι όταν έχουν ήδη πέσει κατασχέσεις, πλειστηριασμοί ή άλλα μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης. Στα χαρτιά, ακούγεται σαν «ανάσα» για νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις που στραγγαλίζονται από δημοτικά τέλη, πρόστιμα και προσαυξήσεις. Στην πράξη όμως, η λεπτομέρεια κρύβεται – όπως πάντα – στις αρμοδιότητες και στο ποιος κρατά το κουμπί.
Το βασικό μήνυμα είναι διπλό. Από τη μία, μετά την οριστική κατάθεση της αίτησης και τη σύναψη σύμβασης αναδιάρθρωσης, τα μέτρα εκτέλεσης αναστέλλονται και τα διασφαλιστικά αίρονται. Από την άλλη, ο δήμος διατηρεί την «αποκλειστική ευθύνη και αρμοδιότητα» για τη διαχείρισή τους. Δηλαδή; Ότι η ρύθμιση υπόσχεται πάγωμα, αλλά αφήνει ένα μεγάλο πεδίο διακριτικής ευχέρειας στην τοπική αυτοδιοίκηση για το πώς θα κινηθεί, πότε θα κινηθεί και με ποια ένταση – ειδικά αν η σύμβαση «σπάσει», οπότε ο δήμος επιστρέφει άμεσα στη λήψη μέτρων.
Η διάταξη έρχεται ως συμπλήρωμα του πλαισίου του ν. 5143/2024 και προσπαθεί να «κουμπώσει» τα δημοτικά χρέη στο οικοσύστημα του εξωδικαστικού. Για να γίνει αυτό, η αιτιολογική έκθεση κάνει μια ερμηνευτική ακροβασία: οι οφειλές προς δήμους θεωρούνται οφειλές προς το Δημόσιο, αλλά μόνο και μόνο για να μπορούν να υπαχθούν στον μηχανισμό. Πρόκειται για τη γνωστή ελληνική τεχνική του «το κάνουμε όπως μας βολεύει για μία χρήση», χωρίς να απαντάται το κρίσιμο ερώτημα: αν είναι τόσο εύκολο να αλλάζει ο χαρακτηρισμός για να λειτουργήσει μια πλατφόρμα, γιατί δεν υπάρχει αντίστοιχη καθαρότητα και στις εγγυήσεις προστασίας του οφειλέτη;
Διότι το πρόβλημα, ειδικά στα δημοτικά χρέη, δεν είναι μόνο η ένταξη σε μια διαδικασία. Είναι οι προσαυξήσεις, οι καταλογισμοί, η άνιση εφαρμογή από δήμο σε δήμο και – κυρίως – η πίεση των αναγκαστικών μέτρων που έρχεται συχνά χωρίς ουσιαστική προειδοποίηση ή χωρίς ο πολίτης να έχει καταλάβει ότι το ποσό «φούσκωσε» δυσανάλογα. Η νέα ρύθμιση δίνει μια διέξοδο, αλλά δεν εγγυάται ότι αυτή η διέξοδος θα είναι ομοιόμορφη και προβλέψιμη σε όλη τη χώρα.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, στο ίδιο πακέτο προβλέπεται και κάτι που περνά πιο αθόρυβα: η προθεσμία απόδοσης των εισπραχθέντων ποσών από την ΑΑΔΕ προς τους δήμους/νομικά τους πρόσωπα αυξάνεται από 30 σε 60 ημέρες, με την παρακράτηση 5% υπέρ της Αρχής να μένει ως έχει. Με απλά λόγια, οι δήμοι θα περιμένουν περισσότερο για να δουν χρήματα, ενώ η ΑΑΔΕ κρατά κανονικά το ποσοστό της. Αν αυτό μεταφράζεται σε καλύτερη ροή ή σε «μαξιλάρι» διαχείρισης για την Αρχή, μένει να φανεί. Πάντως για τους δήμους, που ήδη διαμαρτύρονται για ρευστότητα και υποχρεώσεις, δεν είναι αμελητέο.
Στο ίδιο νομοθέτημα «κουμπώνει» και μια δεύτερη εξαγγελία που έχει ωραίο περιτύλιγμα: ταχείες διαδικασίες αποζημίωσης πολιτών από το Δημόσιο, χωρίς δικαστήρια, μέσω εξωδικαστικής επίλυσης, στο πλαίσιο των σχολαζουσών κληρονομιών. Η υπόθεση θα περνά από Ειδικό Θεματικό Σχηματισμό στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, που θα αξιολογεί τα αιτήματα και θα αναγνωρίζει δικαιώματα αποζημίωσης. Η στόχευση είναι προφανής: λιγότερες δίκες, λιγότερα έξοδα, λιγότερη ταλαιπωρία.
Μόνο που εδώ υπάρχει μια κλασική αντίφαση: όταν το Δημόσιο είναι «κριτής» της αποζημίωσης μέσω του ΝΣΚ, η ανεξαρτησία και η ταχύτητα θα κριθούν από τον τρόπο λειτουργίας, τα χρονοδιαγράμματα και το αν θα υπάρχουν σαφή κριτήρια. Γιατί το «χωρίς δικαστήρια» δεν είναι από μόνο του εγγύηση δικαιοσύνης· μπορεί να γίνει και μηχανισμός καθυστέρησης ή «φιλτραρίσματος» αξιώσεων, αν δεν υπάρχει πραγματική υποχρέωση απάντησης σε συγκεκριμένο χρόνο και με πλήρη αιτιολόγηση.
Στο τέλος, το Δημόσιο δεσμεύεται ότι όταν ο πολίτης έχει ήδη δικαιωθεί αμετάκλητα από ποινικό ή διοικητικό δικαστήριο για το ίδιο ζήτημα, θα αποσύρεται από εκκρεμείς δίκες και δεν θα ασκεί ένδικα μέσα, ούτε έφεση. Αυτό ακούγεται αυτονόητο – κι όμως, στην ελληνική πραγματικότητα χρειάζεται να νομοθετείται, επειδή η διοίκηση έχει καλλιεργήσει επί χρόνια τη λογική «ας το πάμε μέχρι τέλους, κάτι θα γίνει», ακόμη κι όταν οι πιθανότητες είναι μηδαμινές και το κόστος (για όλους) τεράστιο.
Συμπέρασμα: η επέκταση του εξωδικαστικού στα δημοτικά χρέη είναι ένα βήμα που μπορεί να βοηθήσει, αλλά δεν είναι «μαγική λύση». Όσο ο δήμος κρατά τον έλεγχο των μέτρων και όσο οι κανόνες εφαρμογής αφήνονται σε γκρίζες ζώνες, ο πολίτης θα συνεχίσει να νιώθει ότι η ρύθμιση μπορεί να δουλέψει — αλλά μπορεί και όχι, ανάλογα με το ποιος βρίσκεται απέναντί του. Και όσο οι «εξωδικαστικές αποζημιώσεις» δεν συνοδεύονται από αυστηρά χρονοδιαγράμματα, διαφάνεια και λογοδοσία, κινδυνεύουν να καταλήξουν άλλη μία καλή ιδέα που θα εξαρτάται από την καλή θέληση της διοίκησης.
Διαβάστε επίσης:
Mercosur: «Πουλάει» Νότο και «αγοράζει» Βορρά
Πηγή: ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ | topontiki.gr








