Τι λένε οι νέες δημοσκοπήσεις: Ποιοι «πληρώνουν» το κόμμα Καρυστιανού, η δυσαναλογία για Τσίπρα, πίεση σε ΠΑΣΟΚ, Ζωή, Βελόπουλο

Από σήμερα και μέχρι τα τέλη Ιανουαρίου αναμένεται να δημοσιευθεί το σύνολο των δημοσκοπήσεων για τον πρώτο μήνα του καινούργιου χρόνου σε μια συγκυρία πυκνών πολιτικών γεγονότων αλλά και εν αναμονή δημιουργίας νέων κομμάτων.
Η πρώτη ανάγνωση των μετρήσεων που αναμένονται να δημοσιευθούν δεν επιφυλάσσει έκπληξη στην κορυφή: Η Νέα Δημοκρατία παραμένει καθαρά πρώτη παρά τα πλήγματα που δέχτηκε από τις κινητοποιήσεις των αγροτών. Σε άλλες δημοσκοπήσεις το ποσοστό της σε σχέση με αυτό του Δεκεμβρίου θα είναι ελαφρώς μειωμένο ενώ σε άλλες ελαφρώς αυξημένο. Σε κάθε περίπτωση πάντως το ποσοστό αυτό δεν της δίνει τη δυνατότητα να μιλά για την διεκδίκηση αυτοδυναμίας σήμερα.
Η δεύτερη ανάγνωση, όμως, είναι εκείνη που αλλάζει τη συζήτηση. Όχι γιατί η κυβέρνηση «χάνει» ξαφνικά το προβάδισμα, αλλά γιατί διαμορφώνεται ένα νέο, ρευστό πεδίο κάτω από την επιφάνεια, στο οποίο καθοριστικό ρόλο παίζουν δύο υποθετικά –προς το παρόν– κόμματα: ένα υπό τη Μαρία Καρυστιανού και ένα υπό τον Αλέξη Τσίπρα.
Οι αναποφάσιστοι δεν μετακινούνται μαζικά
Ιδιαίτερη σημασία στις αναλύσεις των δημοσκοπήσεων έχει ότι ένα κομμάτι αναποφάσιστων εμφανίζονται «πιο κοντά» στη Νέα Δημοκρατία όταν ερωτάται τι θα ψηφίσει, ενώ ένα άλλο κομμάτι τους επιλέγει το άλλο κόμμα. Με πολιτικούς όρους, αυτό μεταφράζεται σε δύο συμπεράσματα: πρώτον, η όποια κυβερνητική φθορά δεν παράγει αυτόματα κέρδος για την αντιπολίτευση· δεύτερον, η ΝΔ διατηρεί –έστω και με κόστος– μια εικόνα «ασφαλούς επιλογής» για ένα τμήμα της γκρίζας ζώνης.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, εμφανίζεται ένα εύρημα που λειτουργεί ως θερμόμετρο συνολικής δυσφορίας: Το «άλλο κόμμα» ανεβαίνει σχεδόν σε διψήφιο ποσοστό στην εκτίμηση ψήφου. Πρόκειται για ένα διψήφιο μέγεθος που δεν χωρά εύκολα στα παραδοσιακά σχήματα ερμηνείας. Δεν είναι απλώς ένδειξη αποχής ή αδιαφορίας· είναι ένδειξη πολιτικής αναζήτησης, και –συχνά– πολιτικής απόρριψης των υπαρχόντων φορέων. Αν κάτι δείχνει η εμπειρία των τελευταίων ετών, είναι ότι όταν αυτός ο χώρος αποκτήσει «όχημα», μπορεί να μετατρέψει την συγκυριακή ρευστότητα σε μόνιμη αναδιάταξη.

Καρυστιανού: μεγάλη δυνητική, αξιοσημείωτος πυρήνας
Στο πλαίσιο αυτό, η δυναμική που αποδίδεται σε πιθανό κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού είναι εντυπωσιακή. Η δυνητική ψήφος φτάνει με βάση τις δημοσκοπήσεις που αναμένεται να δημοσιοποιηθούν έως και το 33%. Πιο κρίσιμο όμως από την «οροφή» είναι ο πυρήνας: Το «σίγουρα ναι» καταγράφει ένα σημαντικό ποσοστό μεγαλύτερο από όλα των σημερινών υπαρχόντων κομμάτων της αντιπολίτευσης. Αυτή η διαφορά –μεταξύ μιας πολύ υψηλής δυνητικής και ενός διψήφιου, συμπαγούς «σίγουρα»– δείχνει δύο πράγματα ταυτόχρονα: ότι υπάρχει ευρύ κοινό που την «βλέπει» ως πιθανή επιλογή, αλλά και ότι υπάρχει ήδη μια βάση αποφασισμένων που θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να μετατρέψει ένα κοινωνικό ρεύμα σε πολιτική δύναμη.
Εάν επιβεβαιωθεί σε περισσότερες μετρήσεις, το εύρημα αυτό θα πιέσει συνολικά το σύστημα. Διότι ένα κόμμα που ξεκινά με τέτοια δυνητική ψήφο δεν αντιμετωπίζεται απλά ως περιφερειακή μεταβλητή· αντιμετωπίζεται ως παράγοντας που αλλάζει στρατηγικές, αφηγήματα και ισορροπίες.

Τσίπρας: μικρότερη οροφή, κοινή δεξαμενή
Στην περίπτωση ενός πιθανού κόμματος υπό τον Αλέξη Τσίπρα, τα μεγέθη είναι σαφώς χαμηλότερα: αν και η δυνητική ψήφος παραμένει σε διψήφια ποσοστά εντούτοις το «σίγουρα ναι» έχει μειωθεί ακόμα και σε μονοψήφιο ποσοστό. Παρά το ισχυρό πολιτικό αποτύπωμα του πρώην πρωθυπουργού, η αποτύπωση αυτή υποδηλώνει ότι, προς το παρόν, η εμβέλειά του δεν είναι ανάλογη του ονόματος. Το πιο ενδιαφέρον, όμως, βρίσκεται αλλού: στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, όσοι δηλώνουν θετικοί προς τον Τσίπρα, άλλοι τόσοι δηλώνουν επίσης θετικοί και προς την Καρυστιανού.
Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι οι δύο «νέοι» πόλοι δεν κινούνται σε απολύτως διαφορετικά ακροατήρια. Αντιθέτως, φαίνεται να διεκδικούν, σε σημαντικό βαθμό, την ίδια δεξαμενή: την δεξαμενή της αμφισβήτησης, της διαμαρτυρίας, της ανάγκης για «κάτι άλλο». Αυτό προϊδεάζει για ανταγωνισμό –και όχι για παράλληλες πορείες–, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον ήδη πιεσμένο χώρο της Κεντροαριστεράς.

ΠΑΣΟΚ, Πλεύση, Βελόπουλος: οι πρώτες διαρροές
Στο φόντο αυτό, το ΠΑΣΟΚ καταγράφει στασιμότητα η ελαφρά μείωση, στοιχείο που ενισχύει την αίσθηση ότι δυσκολεύεται να κεφαλαιοποιήσει την κυβερνητική φθορά. Η Πλεύση Ελευθερίας εμφανίζεται ανθεκτική και σε ορισμένες δημοσκοπήσεις με μικρή άνοδο διατηρώντας ένα σταθερό αντισυστημικό αποτύπωμα.
Ιδιαίτερη προσοχή αξίζει στην πτώση Βελόπουλου, που μπορεί να αγγίζει έως και τις δύο μονάδες, με την ένδειξη ότι αυτές οι απώλειες κατευθύνονται προς το «άλλο κόμμα». Αν πράγματι συμβαίνει, πρόκειται για κλασική μετακίνηση της ψήφου διαμαρτυρίας: όταν το νέο όχημα μοιάζει πιο «ισχυρό» ή πιο πειστικό, ένα τμήμα της διαμαρτυρίας αλλάζει διεύθυνση χωρίς να αλλάζει απαραίτητα ιδεολογικό πρόσημο.

Αγροτικό και «σταθερότητα»: το αφήγημα επιστρέφει στην κυβέρνηση
Στο αγροτικό, καταγράφεται σαφής μεταβολή κλίματος σε σχέση με το Δεκέμβριο καθώς έχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό εκείνων που λένε ότι η κυβέρνηση ικανοποίησε αιτήματα των αγροτών.
Παράλληλα, η πλειοψηφία τάσσεται πια κατά του κλεισίματος των δρόμων ως μέσο κινητοποίησης των αγροτών. Μάλιστα το ποσοστό εκείνων που λένε όχι στο κλείσιμο των δρόμων αυξάνεται όταν ερωτώνται κάτοικοι των περιοχών της Θεσσαλίας. Πρόκειται για στοιχεία που λειτουργούν υπέρ της κυβέρνησης, όχι επειδή εξαφανίζουν τη φθορά, αλλά επειδή την «επαναπλαισιώνουν»: η σύγκρουση μετακινείται από το «ποιος έχει δίκιο» στο «πώς διασφαλίζεται η καθημερινότητα».
Σε αυτό κουμπώνει και ένα εύρημα-ομπρέλα: έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με προηγούμενες δημοσκοπήσεις το ποσοστό εκείνων που δηλώνει την ανάγκη πολιτικής σταθερότητας και ισχυρής ηγεσίας με αφορμή τα όσα συμβαίνουν σε γεωπολιτικό επίπεδο. Είναι το φυσικό πεδίο της Ν.Δ., αλλά όχι χωρίς κινδύνους. Διότι η κοινωνική απαίτηση για σταθερότητα μπορεί να λειτουργήσει διττά: είτε ως ενίσχυση του κυβερνητικού πλεονεκτήματος είτε ως αναζήτηση νέων σχημάτων που υπόσχονται «αλλαγή χωρίς αστάθεια».
Αυτό ακριβώς είναι το κεντρικό διακύβευμα των δημοσκοπήσεων που έρχονται: ακόμη κι αν επιβεβαιώσουν την πρωτιά της ΝΔ χωρίς αξιοσημείωτες διαφορές με τον προηγούμενο μήνα θα δείξουν ποιος μπορεί να οργανώσει –και προς ποια κατεύθυνση– τον διψήφιο χώρο του «άλλου». Και αυτός ο χώρος, στη σημερινή συγκυρία, είναι ο πραγματικός καταλύτης των εξελίξεων.
Διαβάστε επίσης:
Ραντεβού στα τυφλά: Γιατί η συνάντηση Μητσοτάκη – αγροτών δεν φέρνει αισιοδοξία για λύση των μπλόκων








